Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Βουγωνία: Σάτιρα, παράνοια ή ένα αυτογκόλ που δεν άξιζε στον Λάνθιμο;



Η αχαλίνωτη φαντασία, η πολυλογία και το splatter μπορεί να οδηγήσουν σε εμπορική επιτυχία, αλλά δεν αρκούν για να ικανοποιήσουν τους θαυμαστές των αυθεντικών έργων του Γιώργου Λάνθιμου, όσους εκτιμούμε τα σχόλια και την αιχμηρή του ματιά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. 

της Μαρίας Αλιμπέρτη

Προσωπικά ένιωσα μεγάλη απογοήτευση από το αποτέλεσμα, ίσως λόγω υψηλών προσδοκιών ή, καλύτερα, λαμβάνοντας υπόψη τα υψηλά στάνταρ των προηγούμενων ταινιών του. Στο τέλος της ταινίας σκεφτόμουν  ότι πρόεκται για μια μαύρη κωμωδία που αρχίζει δυνατά, αλλά χάνει την πυξίδα της.

Η περίληψη

 Δύο άντρες, βυθισμένοι σε θεωρίες συνωμοσίας, απαγάγουν μια ισχυρή CEO επειδή πιστεύουν ότι είναι εξωγήινη και θέλει να καταστρέψει την ανθρωπότητα. Από εκεί και πέρα η ταινία εξελίσσεται σε ένα σκοτεινό, σατιρικό παιχνίδι εξουσίας, παρανόησης και ανατροπών. 

Η Βουγωνία, ως μαύρη κωμωδία, αρχίζει ως καυστικό σχόλιο πάνω στις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά γρήγορα βάζει σεναριακό αυτογκόλ, αμφισβητώντας την ίδια της την πρόθεση. Ένιωσα ότι έχασε το μέτρο και τη νοηματική πυξίδα που είχε θέσει ως sci‑fi σάτιρα. Σε συνδυασμό με τη σκληρότητα και τις splatter σκηνές, η πλοκή όχι μόνο γίνεται υπερβολική, αλλά «ξεχειλώνει». Η αλληγορία χάνεται, μετατρέπεται σε φλυαρία και σε ένα εφετζίδικο, φαντασιωτικό σύμπαν.

 Εδώ πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι η ταινία ονομάστηκε Βουγωνία  από την αρχαία ελληνική λέξη βουγονία, ένα τελετουργικό που από το σώμα ενός νεκρού ταύρου «γεννιούνται» μέλισσες.







 
Ο Λάνθιμος και η σεναριογράφος χρησιμοποίησαν τον όρο ως αλληγορία για το πώς από τον θάνατο, το χάος ή την καταστροφή μπορεί να προκύψει μια νέα – συχνά διαστρεβλωμένη – μορφή ζωής ή αλήθειας. Και συνεπώς περίμενα από τη ταινία να δείξει από ένα σάπιο ή νεκρό σύστημα μπορεί να προκύψει κάτι νέο.


Ανατροπές και χάος

Σκηνοθετικά, ενώ στο πρώτο μέρος η ταινία κρατά την αγωνία,  όμως στη  συνέχεια οι αλλεπάλληλες ανατροπές οδηγούν σε νοηματική «κολοτούμπα», με αποτέλεσμα το τέλος να  αφήνει τον θεατή αμήχανο. Ίσως επιτηδευμένα δημιουργεί χάος, σαν να παίζει με το μυαλό του, σαν να χλευάζει όσα πίστεψε μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν να ειρωνεύεται τους ίδιους τους ήρωές της ταινίας.


Οι ηθοποιοί κρατούν την ισορροπία

Το θετικό στοιχείο είναι ότι, παρά το νοηματική αναρχία, οι ηθοποιοί  Έμα Στόουν και Τζέσι Πλέμονς, υπηρετούν άψογα τους ρόλους τους, αποδίδοντας πειστικά τον σουρεαλισμό που επιδιώκει ο σκηνοθέτης. Ιδιαίτερα, ως  Τέντι, ο Τζέσι Πλέμονς αποδίδει έναν εμμονικό συνωμοσιολόγο με έντονα ψυχολογικά ζητήματα, έχοντας καλλιεργήσει και παγιώσει μια παραμορφωμένη κοσμοθεωρία βασισμένη στο τραύμα της άρρωστης μητέρας του. 

Στο μυαλό του ζει με τον φόβο εξωγήινης εισβολής, παγιδευμένος στη δική του αφήγηση. Η ερμηνεία του είναι υποδειγματικά παραληρηματική. Το αξιοπερίεργο είναι γιατί σεναριακά ένας εμμονικός ήρωας, με σύνδρομο σωτήρα και συναισθηματική τύφλωση, πρέπει τελικά να δικαιώνεται.


Ένα  απαισιόδοξο σχόλιο για τον άνθρωπο

Συνολικά, το έργο είναι πεσσιμιστικό για το ανθρώπινο είδος, χωρίς ενσυναίσθηση και κατανόηση για την τρωτή ανθρώπινη υπόσταση. Μια ταινία που ξεκινά με υποσχέσεις αλλά τελικά εγκλωβίζεται στη δική της υπερβολή.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου