Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Ποιό σπάνιο εύρημα φέρνει στο προσκήνιο δύο ξεχασμένες αρχαιοελληνικές πόλεις;


Μαρμάρινη επιγραφή που αποδεικνύει τους στενούς δεσμούς ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές αποικίες Απολλωνία Ποντική και Ηράκλεια Ποντική, ανακαλύφθηκε στο νησί Άγιος Ιβάν (Ιωάννης), στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα).  
Διάδοχος της Απολλωνίας Ποντικής είναι η σημερινή
Σωζόπολη που βρίσκεται στη νοτιοανατολική Βουλγαρία, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ενώ η Ηράκλεια Ποντική βρίσκεται σήμερα στη βόρεια Τουρκία, κοντά στην πόλη Καραντενίζ Ερεγκλί.
Ερείπια της μονής του Άγιου Ιωάννη του Βαπτιστή, όπου ανακαλύφθηκε η αρχαιοελληνική επιγραφή
 
Η νήσος Άγιος Ιβάν απέχει περίπου 900 μέτρα από την κοντινότερη ακτή της βουλγαρικής ηπειρωτικής χώρας, το ακρωτήριο Στόλετς στη Σωζόπολη.  

Του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου 
  
Το διάταγμα, που συντάχθηκε από την συνέλευση της Απολλωνίας Ποντικής και χαράχθηκε σε μάρμαρο, τον 3ο αιώνα π.Χ., περιγράφει τους αδερφικούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο πόλεις. Η επιγραφή ανακαλύφθηκε από τον καθηγητή Καζιμίρ Ποπκονσταντίνοφ στα ερείπια της πρωτοχριστιανικής και βυζαντινής μονής του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.   

Το νησί Άγιος Ιβάν και το μικρότερο του, Άγιος Πέταρ. 

"Πολίτες της Ηράκλειας Ποντικής έγιναν επίτιμοι αντιπρόσωποι της πόλης τους στην Απολλωνία Ποντική" δήλωσε ο Νικολάι Σαράνκοφ, επιγραφολόγος στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, ο οποίος μετέφρασε το σωζόμενο μέρος του αρχαίου διατάγματος. 
Το διάταγμα της Απολλωνίας Ποντικής χαιρετίζει τους "υπέροχους, άξιους και πάντα φιλικούς πολίτες" που εστάλησαν εκεί από την Ηράκλεια Ποντική. Στην επιγραφή αναφέρονται μάλιστα οι δωρεές των πολιτών της Ηράκλειας για την ευημερία της Απολλωνίας.         

Ερείπια οικιών στην Απολλωνία Ποντική 


"Οι πολίτες αυτοί απέκτησαν το δικαίωμα να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Απολλωνία Ποντική και να διεξαγάγουν εμπόριο χωρίς να τους επιβληθούν επιπρόσθετοι φόροι. Επίσης, δικαιούνταν να έχουν προτεραιότητα για την εκφώνηση ομιλιών στην συνέλευση της Απολλωνίας, να κάθονται στις μπροστινές σειρές του θεάτρου κτλ." εξήγησε ο Βούλγαρος μελετητής αρχαίων επιγραφών. 

Κεραμίδι στο οποίο απεικονίζεται μια αρχαία λύρα, αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα. Εύρημα από πρόσφατες ανασκαφές στην Απολλωνία Ποντική.


Αντίγραφο του σχετικού διατάγματος θα είχε σταλεί σίγουρα στην Ηράκλεια Ποντική, πρόσθεσε ο ίδιος. 

Κεραμίδι με χαραγμένο Α (Απόλλων) από την Απολλωνία Ποντική.

Το διάταγμα πιστεύεται πως θα είχε εκτεθεί σε ευδιάκριτη θέση μέσα στον αρχαίο ναό του νησιού, ο οποίος πιθανότατα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα. Πολλούς αιώνες αργότερα, μάρμαρο από την επιγραφή χρησιμοποιήθηκε εκ νέου για την κατασκευή του χριστιανικού μοναστηριού. Η αρχαία επιγραφή βρέθηκε εντός του μοναστηριού από τους αρχαιολόγους.


Αντίγραφο από τις Τρεις Χάριτες που βρέθηκαν στα ερείπια της Απολλωνίας Ποντικής.  


Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η Απολλωνία Ποντική ιδρύθηκε το 620 π.Χ. από Έλληνες αποίκους, προερχόμενους από την Μίλητο της Μικράς Ασίας. Η αποικία ονομαζόταν αρχικώς Ανθέα αλλά μετονομάστηκε σε Απολλωνία, προς τιμήν του θεού Απόλλωνα. Κατά την Ύστερη Αρχαιότητα η πόλη έλαβε το όνομα Σωζόπολη. 

Ευρήματα που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σωζόπολης. 

Η Απολλωνία Ποντική αναδείχθηκε σε μεγάλο εμπορικό και ναυτικό κέντρο, ιδίως μετά από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν συμμάχησε με το Βασίλειο των Οδρυσών, το πιο ισχυρό κράτος της αρχαίας Θράκης. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. η Απολλωνία Ποντική άρχισε να κόβει δικά της νομίσματα, στα οποία απεικονίζεται η άγκυρα ως σύμβολο της πόλης. 

Παράλληλα, η Απολλωνία είχε θρυλική αντιπαλότητα με την αρχαία ελληνική αποικία Μεσημβρία, που σήμερα είναι η βουλγαρική παράκτια πόλη Νέσεμπαρ. Την αρχαία Μεσημβρία ίδρυσαν κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. άποικοι από τα Μέγαρα.  
 Αξίζει να σημειωθεί ότι στην τουριστική περιοχή της Σωζόπολης ανακαλύφθηκε πρόσφατα ένας αττικός ερυθρόμορφος κεραμικός κρατήρας, που απεικονίζει τον αρχαιοελληνικό μύθο του Οιδίποδα και της Σφίγγας. 

Όσον αφορά το νησί Άγιος Ιβάν, έγινε παγκοσμίως γνωστό για την ανακάλυψη λειψάνων του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, το 2010, από τον καθηγητή Καζιμίρ Ποπκονσταντίνοφ. Ωστόσο, οι ανασκαφές εκεί συνεχίζουν να επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις, όπως τον εντοπισμό ενός τάφου το 2015. Το ταφικό μνημείο πιθανότατα περιείχε τα οστά ενός Σύρου μοναχού, ιδρυτή της τοπικής χριστιανικής μονής του Αγίου Ιωάννη. 

Ο καθηγητής Ποπκονσταντίνοφ (στο κέντρο) ανοίγει την λειψανοθήκη που περιείχε οστά του Άγιου Ιωάννη του Βαπτιστή 


Πηγή 




Γενούφα: Η «τέλεια όπερα» κερδίζει επάξια το αθηναϊκό κοινό


«Θα τύλιγα τη Γενούφα μόνο με τη μαύρη κορδέλα της μακράς ασθένειας,
του πόνου και των θρήνων…»
Λέος Γιάνατσεκ

Εάν η αρχή είναι, όπως λένε, το ήμισυ του παντός, τότε η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει εξασφαλίσει μια επιτυχημένη και άκρως ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική περίοδο. Η Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ είναι, κατά τον Guardian, η «τέλεια όπερα» και σίγουρα η τέλεια αφορμή για να επισκεφθείτε τη Λυρική.

της Ιωάννας Κοροπιώτη

Μια τραγωδία βασισμένη στο θεατρικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα  «Η Ψυχοκόρη της», υπό την απόλυτα θεατρική προσέγγιση της σκηνοθέτιδας Νίκολα Ράαμπ και την απαράμιλλη μουσική του Τσέχου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ, είναι ικανή να συγκινήσει, να θέσει ερωτήματα, να προκαλέσει και να πλησιάσει τον ακροατή με όλους τους πιθανούς τρόπους.

Η ιστορία της Γενούφα εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό, υποταγμένο σε κοινωνικές νόρμες και συγκεκριμένα πρότυπα, που είναι διαρκώς ορατό μέσα από το λιτό και συνάμα επιβλητικό σκηνικό: Ένα πυκνό και αφιλόξενο δάσος αγκαλιάζει τις ζωές των ηρώων και η βαριά σκιά του δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα για τις πράξεις βίας και οδύνης που θα ακολουθήσουν.

Η μουσική του Γιάνατσεκ, σε όλη της την εξπρεσιονιστική δυναμική οπτικοποιείται πάνω στη σκηνή, είναι πανταχού παρούσα: Στα γκρίζα, σκοτεινά κοστούμια των βασικών προσώπων (Γενούφα, Νεωκόρισσα, Στέβα και Λάτσα), στην επαναλαμβανόμενη κίνηση του μύλου, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προμηνύοντας μια επικείμενη μετάβαση, που με τη σειρά της, καλεί τον θεατή σε συνεχή εγρήγορση. Ακόμα και η επανεμφάνιση κάθε τόσο των μαυροντυμένων γυναικών, σύμβολο μιας κοινωνίας μητριαρχικής, γίνεται κατά παραγγελία της μουσικής και εντείνει την αίσθηση της ρουτίνας, της ζωής που στραγγαλίζεται μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρό και ανυπόφορο.

Ο Γιάνατσεκ εμπνέεται από την ιδιαίτερη μουσικότητα της τσεχικής γλώσσας. Στο έργο του είναι φανερή η προσπάθεια και η μελέτη που κατέβαλλε, καθώς αναζητούσε τη μελωδία της γλώσσας: «Άκουγα κρυφά τους περαστικούς, διάβαζα τις εκφράσεις του προσώπου τους, ήθελα να συλλάβω κάθε δόνηση της φωνής […] μια αντανάκλαση της οποίας αναγνώριζα στη μελωδία των λέξεων που κατέγραφα. Πόσες διαφορετικές μελωδικές παραλλαγές της ίδιας λέξης που έβρισκα!»


«Αλλιώς τη φανταζόμουν τη ζωή μου…»

Τα πρώτα λόγια της Γενούφα δεν είναι παρά μια προσευχή, ίσως ο αμεσότερος τρόπος να μπούμε στο κλίμα του έργου, που ήδη από πολύ νωρίς σκιαγραφεί έντονα τους χαρακτήρες:

Η νέα, όμορφη αλλά και «με μυαλό σαν άνδρας» Γενούφα, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε όσα περιμένουν οι Άλλοι από εκείνη, χωρίς όμως να προδώσει τις δικές της επιθυμίες και την αγάπη της για τον πλούσιο, ωραίο αλλά και προκλητικά εγωκεντρικό Στέβα. Απέναντί του στέκει ο ετεροθαλής αδελφός του, Λάτσα, επίσης ερωτευμένος με τη Γενούφα, που προτιμάει να καταστρέψει το αντικείμενο του πόθου του, παρά να το δει στα χέρια κάποιου άλλου.

Δεσπόζουσα μορφή, όμως, στέκει η μητριά της Γενούφα, η Νεωκόρισσα που διατίθεται να φτάσει μέχρι το έγκλημα προκειμένου να σώσει την τιμή της ψυχοκόρης της. Όταν η Γενούφα φέρνει στον κόσμο το παιδί του Στέβα, αλλά εκείνος αρνείται να την παντρευτεί, η Νεωκόρισσα αναλαμβάνει το… «ιερό καθήκον» να την προστατέψει και θέλοντας να «…τη δει ξανά ελεύθερη», θανατώνει το παιδί.

Η στιγμή του φρικτού εγκλήματος -που προφανώς γίνεται εν αγνοία της κεντρικής ηρωίδας- αποτελεί μία από τις συγκινητικότερες κορυφώσεις της παράστασης: Η Γενούφα, μόνη μέσα στο σπίτι, που από καταφύγιο έχει πια μετατραπεί σε φυλακή, προσεύχεται σπαραχτικά για την τύχη του παιδιού της, που δεν γνώρισε την πατρική αγάπη.

Το σπίτι μοιάζει να εξαϋλώνεται, υπό το βάρος των συνθηκών και των μελλοντικών αποκαλύψεων, και το χιόνι που συντροφεύει την ηρωίδα υπενθυμίζει τον φόνο, που μπορεί να μην βλέπουμε, ωστόσο ξέρουμε ότι έχει συμβεί. Η εικόνα της χιονισμένης σκηνής είναι τουλάχιστον ανατριχιαστική. Η Ρααμπ κατάφερε να φέρει την παγωνιά του θανάτου σε κάθε γωνιά της αίθουσας και το έκανε με έναν τρόπο τόσο σφιχτά δεμένο με τη μουσική του Γιάνατσεκ, που είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς.

Αυτή είναι και η επιτυχία της παράστασης: δεν μπορείς και δεν θέλεις να ξεφύγεις, σε κρατάει καθηλωμένο -λογικά αλλά και συναισθηματικά. Τόσο όμορφα δουλεμένη και με άξιους συντελεστές, με την ορχήστρα και τη χορωδία να ανταποκρίνονται και με το παραπάνω, σε ένα κατά γενική ομολογία δύσκολο έργο, καταφέρνει να κερδίσει ολοκληρωτικά τον θεατή-ακροατή.

Η Γενούφα είναι η στιγμή… «ενηλικίωσης» για την Εθνική Λυρική Σκηνή. Είναι το χρυσό 18, που ξέραμε πως θα έρθει κάποια μέρα και το περιμέναμε με ενθουσιασμό και με περιέργεια. Και ήρθε, μέσα από σταθερά αλλά και τολμηρά βήματα, μέσα από φρέσκες ιδέες, βαθιά γνώση και αγάπη για την τέχνη του λυρικού θεάτρου. Είμαι απολύτως βέβαιη πως όλα τα παραπάνω βρίσκονται στην καρδιά αυτού του πολιτιστικού οργανισμού, γιατί εάν δεν βρίσκονταν δεν θα απολαμβάναμε ποτέ αυτή τη Γενούφα.

Με δικά τους λόγια

«Η τέχνη της θεατρικής γραφής είναι να συνθέτει κανείς μία μελωδική καμπύλη, που σαν με μαγικό τρόπο θα αποκαλύψει αμέσως ένα ανθρώπινο ον σε μία ορισμένη φάση της ύπαρξής του.» (Λέος Γιάνατσεκ)

«Σημείο εκκίνησης για τη δουλειά μου είναι η ανθρώπινη πλευρά της υπόθεσης: οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρώων και τις οποίες ο συνθέτης σκιαγραφεί θαυμάσια. […]

Οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τα ηνία, να αποφασίσουν την πορεία των πραγμάτων. Και πράγματι αυτό κάνουν, κυρίως μέσω του χαρακτήρα της Νεωκόρισσας […]

Ένα σπίτι λειτουργεί ως το αρχικό κύτταρο του σκηνικού και της αφήγησης της ιστορίας. Επιβλέπει, προφυλάσσει, κρύβει και στο τέλος αποκαλύπτει γεγονότα, μυστικά, οικογένειες, γυναίκες, παιδιά, το παρελθόν και το παρόν.» (Νίκολα Ράαμπ, σημείωμα σκηνοθέτη)

«Όταν μελετούσα το ρόλο κατάλαβα πόσο μεγάλο βάρος είναι, τόσο συναισθηματικά όσο και ψυχολογικά, να επανεξετάζουμε αυτά τα ζητήματα σε καθημερινή βάση. Δεν ξέρω τι σημαίνει να χάνεις ένα μωρό, αλλά καταλαβαίνω τι σημαίνει να απορριφθείς, να είσαι απομονωμένος, καταλαβαίνω τι είναι να αισθάνεσαι αβοήθητος. Ξέρω επίσης τι σημαίνει να αγαπάς και να έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και πίστη στο Θεό.

Οπότε, όταν προετοιμαζόμουν για τη Γενούφα έπρεπε να αντλήσω από τη δική μου εμπειρία, αλλά και να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου προκειμένου να ολοκληρώσω τη διαδικασία.» (Σάρα-Τζέιν Μπράντον, Γενούφα, συνέντευξη στο elculture.gr)

«Η μελωδία στον Γιάνατσεκ δεν έρχεται μέσα από τη φωνή του τραγουδιστή, αλλά από την ορχήστρα. Κάθε λέξη που αρθρώνει, όμως, σημαίνει κάτι. Πολλοί λένε ότι ο Γιάνατσεκ χρησιμοποιεί «καθοδηγητικά μοτίβα», Leitmotive, όπως και ο Βάγκνερ. Όμως στον Γιάνατσεκ η επανάληψη ενός μουσικού θέματος συνδέεται με μια ατμόσφαιρα, μια κατάσταση, ένα συναίσθημα που επανέρχεται στην εξέλιξη της πλοκής.» (Ζαμπίνε Χογκρέφε, Νεωκόρισσα, συνέντευξη στο athensvoice.gr)

«Δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Για μένα είναι κοινός  τόπος, δεν είναι και κάτι τόσο τολμηρό. Είναι έργα που έπρεπε να έχουν έρθει, γιατί εάν μείνεις μόνο στους δημοφιλείς τίτλους, χάνεις την ουσία της διαδρομής αυτής, που είναι και έργα που έχουν τεράστια αξία και τα οποία δεν είναι και τόσο γνωστά.» (Γιώργος Κουμεντάκης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΛΣ, συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό Pepper 96.6)


Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Νίκολα Ράαμπ

ΠΡΕΜΙΕΡΑ 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου 2018
2 Νοεμβρίου 2018



ΚΥΚΛΟΣ ΓΙΑΝΑΤΣΕΚ
ΚΥΚΛΟΣ 20ός ΑΙΩΝΑΣ

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Ώρα έναρξης: 20.00 (Κυριακές στις 18.30)

Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Σουγλίδης
Φωτισμοί: Νταβίντ Ντεμπριναί
Κινησιολογία: Φώτης Νικολάου
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Γριά Μπούρυγια: Ινές Ζήκου
Λάτσα: Φρανκ Βαν Άκεν
Στέβα: Δημήτρης Πακσόγλου
Νεωκόρισσα (kostelnička): Ζαμπίνε Χογκρέφε (14, 21, 24/10) - Τζούλια Σουγλάκου (19, 27/10, 2/11)
Γενούφα: Σάρα-Τζέιν Μπράντον (14, 21, 24/10) - Μαρία Μητσοπούλου (19, 27/10, 2/11)
Επιστάτης: Γιάννης Γιαννίσης
Δήμαρχος: Δημήτρης Κασιούμης
Σύζυγος του Δημάρχου: Μαργαρίτα Συγγενιώτου
Κάρολκα: Άρτεμις Μπόγρη
Αγρότισσα Κόλουσινα: Μπαρούνκα Πράιζινγκερ
Μπάρενα: Βαρβάρα Μπιζά
Γιάνο: Μιράντα Μακρυνιώτη
Τέτκα: Αναστασία Κότσαλη

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ         

Τιμές εισιτηρίων: €15, €20, €30, €35, €42, €50, €55, €70
Φοιτητικό, παιδικό: €15 / Περιορισμένης ορατότητας: €10

Πηγή φωτογραφιών : https://www.facebook.com/pg/nationalopera/photos/?ref=page_internal

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Το ελιξίριο της Τέχνης... Η διαιώνιση της ζωής μέσα από την ζωγραφική και την πόιηση του Νίκου Εγγονόπουλου


Η ζωή, ο Θάνατος,
κι’ αναμεσίς
η Τέχνη (η ποίηση)
όπου καταξιώνει τη ζωή,
την διαιωνίζει,
και το θάνατο καταργεί.

«ΤΟ ΜΕΤΡΟΝ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ», Νίκος Εγγονόπουλος


Πολλαπλή δημιουργικότητα, αστείρευτο ταλέντο στην ποίηση και την ζωγραφική, ένας άνθρωπος με τεράστια Παιδεία… λίγες λέξεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο δεν μπορούν να συνοψίσουν το μέγεθος της προσφοράς του στη Τέχνη, ως ολότητα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος θεωρούσε  τη Τέχνη ένα ελιξίριο που καταξιώνει και διαιωνίζει την ζωή. Το αφιέρωμα αυτό πραγματοποιείται με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων (21 Οκτωβρίου του 1907).

Της Μαρίας Αλιμπέρτη
Ο λόγος και η ζωγραφική υπήρξαν αφετηρίες για να γονιμοποιήσει στοιχεία του Ελληνικού Πολιτισμού όπως έκαναν και άλλοι καλλιτέχνες της Γενιάς του 30’.

 Υπήρξε ένας καλλιτέχνης που αμφισβητήθηκε αρχικά, καθώς η ελληνική κοινωνία της εποχής του δεν ήταν έτοιμη να αποτιμήσει τα μηνύματα τη Τέχνης του, αφού αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.


Εκείνος μάλιστα διαμόρφωσε έναν προσωπικό, ιδιόρρυθμο υπερρεαλισμό τηρώντας το μέτρο και τις αναλογίες στις συνθέσεις του. Πρωτοπόρα στοιχεία θα αναδυθούν στη Τέχνη καθώς θα βρεθεί  μέσα στην κοσμογονική ατμόσφαιρα του Παρισιού, όταν το 1924 ο Μπρετόν γράφει το Μανιφέστο των Σουρεαλιστών. 

Βέβαια έφερε μέσα του μια μεγάλη ελληνική παράδοση καθώς υπήρξε μαθητής του Κωνσταντίνου Παρθένη, ενώ παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη. Ωστόσο «μπολιάστηκε» με νέες ιδέες  καθώς σπούδασε ακόμη σε ευρωπαϊκές πόλεις όπως ήταν οι  Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Το τυχαίο, το παράλογο και το ονειρικό θα το γοητεύσουν και θα του επιτρέψουν να ανακαλύψει ένα νέο πεδίο εκφρασης.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα  από την Ευρώπη, δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.

Εύκολα αναγνωρίζεται η Τέχνη του χάρη στη φιγούρα  ανδρείκελο, μια απρόσωπη μορφή, χωρίς πρόσωπο με χαρακτηριστικά και την απόδοση συναισθημάτων. Σε κάποια έργα είναι και ακέφαλη αυτή η μορφή. Οι συνθέσεις του θυμίζουν θεατρική σκηνή και πολλές φορές φέρνουν στο μυαλό παράθυρο που επιτρέπει να δεις από μέσα προς τα έξω, να διακρίνεις το δάπεδο, τους τοίχους προσδίδοντας προοπτική στον χώρο. Στην ανθρωποκεντρική ζωγραφική του επικρατεί έντονα το ελληνικό στοιχείο και πολλές φορές το μυθολογικό, το ιστορικό (αρχαιότητα, Βυζάντιο κ.λ.π.).

 Η ποίησή του
 Βάδισε στην ζωή του ίσως ασυνείδητα με την ρήση του Ορατίου "Ut pictura poesis": «Όπως η ζωγραφική, η ποίηση» ή, πιο ελεύθερα: «Η ζωγραφική και η ποίηση πρέπει να βασίζονται στην ίδια αρχή».
«Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλλα, λάδι, νεύτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελάρο του υπάρχει μία φοβερή, βαθειά μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου, το τελάρο και σκύβοντας μες στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακρυά, πολύ μακρυά, κοντά στο βάθος, κάτι να φωσφορίζει αμυδρά. Στο συναμεταξύ πετούν –αθόρυβα– μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Αναμεσίς σ’ αυτόν και στο τελάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε φοβάται».

Ως μέλος της ομάδας Αρμός υπήρξε πολύ δραστήριος. Τα καλλιτεχνικά του φρονήματα, δηλαδή τα σουρεαλιστικά του, εκφράστηκαν και  στην ποίηση του με τις συλλογές τα: Κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1938), Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1939), Επτά ποιήματα και Μπολιβάρ (1944), Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (1978) κ.ά., ενώ πολλά από τα  έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά, ενώ πολλά άλλα έχουν μελοποιηθεί.

Ευτυχώς η αξία του αναγνωρίσθηκε όσο βρισκόταν εν ζωή καθώς τιμήθηκε με το A΄ Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Παιδείας (1958) και με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου A΄ (1966). 
Το 1979  του απονεμήθηκε εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες». Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας.


Υπενθυμίζεται ότι το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή είχε παρουσιιάσει πέρυσι το καλοκαίρι 2017 το δεύτερο αφιέρωμα στον διακεκριμένο ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο.

Μία μεγάλη αναδρομική έκθεση στο πλαίσιο του εορτασμού για τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) παρουσιάστηκε το 2007
και στους χώρους του Μουσείου Μπενάκη.

Πηγές:www.enandro.gr,www.anoixtoparathyro.gr, www.felioscollection.gr