Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Ποια είναι η ιστορία του ιερού της Αυλιδείας Αρτέμιδος;


Άγνωστο στους περισσότερους και δυστυχώς εγκαταλειμμένο μεταξύ βιομηχανικών εγκαταστάσεων είναι το ιερό της Αρτέμιδος στην Αυλίδα, ένας αρχαιοελληνικός ναός που ανακαλύφθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ο ναός της Αρτέμιδος κτίστηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα και στο εσωτερικό του βρέθηκαν αγάλματα, βάσεις αναθημάτων, μικροί θησαυροί και τράπεζες προσφορών.

Του Ανδρέα Π. Αναγνωστόπουλου

Αρχαιολογικός χώρος

Η Αυλίδα βρίσκεται στη βοιωτική ακτή, στο νότιο Ευβοϊκό κόλπο. Στην Αυλίδα είχε συγκεντρωθεί ο ελληνικός στόλος πριν αναχωρήσει για την Τροία. Η περιοχή κατοικείται από τα μυκηναϊκά χρόνια (16ος-12ος π.Χ. αιώνας), η ομηρική όμως Αυλίδα πιστεύεται ότι βρισκόταν στη θέση Γλύφα, κοντά στη Χαλκίδα.
Ο αρχαιολογικός χώρος που έχει αποκαλυφτεί στην Αυλίδα είναι ο τόπος λατρείας της Αρτέμιδας όπου βρίσκεται το ιερό της θεάς. Η φάση ακμής του ιερού διήρκεσε από την κλασική μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο. Ο χώρος λατρείας της Αυλιδείας Αρτέμιδος διατηρείται με το ναό, την Ιερή κρήνη και διάφορα άλλα κτήρια που προστέθηκαν κατά την ελληνιστική περίοδο. Επίσης σώζεται και συγκρότημα λουτρών (θέρμες) της ύστερης ρωμαϊκής εποχής.


Ιερό Αρτέμιδος

Από το ιερό της Αυλιδείας Αρτέμιδας ξεχωρίζει ο κλασικός ναός της θεάς. Ο χώρος του ιερού απλώνεται μπροστά από το ναό που κάνει την εμφάνισή του στα νοτιοανατολικά. Κτίστηκε τον 5ο αι. π.Χ., πιθανόν πάνω στα ερείπια παλαιότερου ναού.
Οι διαστάσεις του είναι 9,40 x 31 μ. Αποτελείται από πρόναο ανοιχτό με 4 ή 6 δωρικούς κίονες στην πρόσοψη, σηκό που διαιρείται σε 3 κλίτη με δύο σειρές τεσσάρων ιωνικών κιόνων και άδυτο.
Το άδυτο χωριζόταν από το σηκό με μαρμάρινη πόρτα και είχε έκταση 3,70 x 7,55 μ. Δύο αγάλματα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδας στέκονταν στην είσοδο του άδυτου.Στο εσωτερικό του ναού βρέθηκαν αγάλματα, βάσεις αναθημάτων, μικροί "θησαυροί" και τράπεζες προσφορών. Στη ρωμαϊκή εποχή αντικαταστάθηκαν όλοι οι κίονες του ναού.


Ιερή κρήνη

Η Ιερή κρήνη του τεμένους βρίσκεται 8 μ. ανατολικά του ναού και πλαισιώνεται από περίβολο. Το νερό αντλούνταν από τετράγωνη (1,80 x 1,80 μ.) δεξαμενή, που ήταν προσιτή από κτιστή κλίμακα και πιθανόν ήταν στεγασμένη. Ίσως από την πηγή αυτή και τους βωμούς που βρίσκονταν γύρω της να άρχισε η τοπική λατρεία (Ιλιάδα Β, 303-307).
H ιερή κρήνη είναι τετράγωνη υπόγεια κατασκευή στην οποία οδηγείται κανείς από λιθόστρωτο δρόμο και σκάλα που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Μπροστά στην είσοδό της ήταν στα αριστερά ο βωμός και στα δεξιά το σημείο όπου πιθανόν να βρισκόταν η ρίζα του πανάρχαιου ομηρικού πλατάνου (B 307).
Από τις δύο κιονοστοιχίες που χωρίζουν τον σηκό σε τρία κλίτη σώζονται μόνο οι βάσεις των κιόνων. Εκεί βρίσκεται και μία άλλη μεγάλη στρογγυλή βάση από μαύρη πέτρα που ίσως πάνω της να υπήρχε «το ξύλο» από τον ομηρικό πλάτανο, το οποίο είδε ο Παυσανίας μέσα στον ναό (βιβ. IX 19, 7). Μεταξύ άλλων, ο Παυσανίας αναφέρει και δύο αγάλματα της θεάς Αρτέμιδος, ένα που κρατούσε δάδα και το άλλο τόξο.
Ο σημερινός δρόμος που περνάει ακριβώς μπροστά από τον ναό έχει αφανίσει τη μία γωνία του προστώου. Ακόμη, σε αντίθεση με την αρχαία οδό που έχει εντοπιστεί, ο σημερινός δρόμος χωρίζει τον ναό από τον βωμό του και την ιερή κρήνη την οποία αναφέρει ο Ομηρος για το «αγλαόν ύδωρ» της.
Τέλος, τα υπολείμματα κτισμάτων που βλέπει κανείς στα νότια του ναού της Αρτέμιδος ήταν ξενώνας με μαγειρείο που φιλοξενούσε τους αρχαίους προσκυνητές και σημαντικά εργαστήρια αγγειοπλαστικής που αποτελούσαν πηγή πλούτου για τον τόπο.


Ελληνιστικά και ρωμαικά χρόνια

Στην ελληνιστική περίοδο κατασκευάστηκε συγκρότημα κτηρίων (κτήρια ''Λ'', ''Ν'', ''Π'', ''Μ''), τα οποία χρονολογούνται στον 3ο - 2ο αι. π.Χ. και βρίσκονται νότια του ναού της Αρτέμιδας. Το συγκρότημα αποτελούν δωμάτια που διατάσσονται γύρω από μια κεντρική αυλή γύρω από μία κεντρική αυλή.
Τα ευρήματα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν ένας κεραμικός κλίβανος, πηλός για αγγεία και ειδώλια και κτιστοί πάγκοι, έδειξαν ότι τα κτήρια ''Λ'', ''Ν'' και ''Π'' ήταν οργανωμένα εργαστήρια αγγειοπλαστικής και κοροπλαστικής, ενώ το ''κτήριο Μ'' ίσως ήταν ξενώνας, στον οποίο διέμεναν οι επισκέπτες του ιερού.
Αργότερα, στη θέση του ναού που καταστράφηκε το 396 μ.Χ. ιδρύθηκαν λουτρικές εγκαταστάσεις (θέρμες). Οι θέρμες κατασκευάστηκαν μετά τον 4ο αι. μ.Χ. επάνω στο ανατολικό τμήμα του σηκού του ναού και στο χώρο βορειότερα. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικοί λίθοι και γλυπτά από το ναό.



Ανασκαφές

Σποραδικές ανασκαφές στην περιοχή έγιναν το 1928, κατά την ανέγερση του εργοστασίου "Τσιμέντα Χαλκίδος" και το 1954 από τον έφορο αρχαιοτήτων Ιωάννη Θρεψιάδη. Συστηματικότερες έρευνες διενεργήθηκαν από τον Ι. Θρεψιάδη το διάστημα από το 1956 ως το 1961 με την υποστήριξη της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Τα ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θήβας. Συντήρηση των τοίχων των οικοδομημάτων γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από την ΙΑ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Όταν αποφασίσει κανείς να επισκεφθεί τον χώρο, θα αντικρίσει καθώς πλησιάζει δύο πανέμορφους φυσικούς όρμους, το Μεγάλο Βαθύ και το Μικρό Βαθύ. Στους όρμους αυτούς πρέπει να φανταστεί αγκυροβολημένα τα χίλια πλοία που αποτελούσαν τον στόλο των Αχαιών. Το ιερό της Αρτέμιδος βρίσκεται στο Μικρό Βαθύ.
H πρόσβαση είναι μάλλον δύσκολη διότι η διαδρομή είναι περίπλοκη. Οι πινακίδες που υπάρχουν δεν είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικές ενώ ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται μέσα σε βιομηχανική περιοχή. Στο Μικρό Βαθύ βρίσκεται από το 1928 εργοστάσιο τσιμέντων και στο Μεγάλο Βαθύ υπάρχουν εγκαταστάσεις ναυπηγείων και εργοστάσιο χημικών.


Ανακάλυψη του ναού

Ο ναός της Αρτέμιδος ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν, το 1941, με διαταγή των γερμανικών αρχών κατοχής, έγιναν έργα διαπλάτυνσης της αγροτικής οδού που συνέδεε το εργοστάσιο με το σημερινό χωριό Βαθύ, προκειμένου να επιταχυνθεί η μεταφορά τσιμέντων στο αεροδρόμιο της Τανάγρας.
Τότε λοιπόν, σε απόσταση περίπου 600 μέτρων από το εργοστάσιο, ανακαλύφθηκαν ο ναός της Αρτέμιδος και τα μαρμάρινα γυναικεία αγάλματα ιερειών και της ίδιας της θεάς που φυλάσσονται σήμερα στο μουσείο της Θήβας.
Όπως μας πληροφορεί ο αρχαιολόγος ανασκαφέας I. Θρεψιάδης (Πρακτ. της Αρχ. Εταιρείας 1956, σ. 96) «η ανασκαφή εκείνη, διαρκέσασα μόλις ολίγας ημέρας και διακοπείσα διά την δυστυχίαν των καιρών, επανελήφθη δαπάναις της Αρχαιολογικής Εταιρείας εν έτει 1956».



Πηγές

Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Β, στ. 496

Στράβωνα Γεωγραφικά, βιβλίο ΙΧ

Παυσανία, Ελλάδος περιήγησις/Βοιωτικά

Έργα τέχνης στις προστατευτικές μάσκες από το Ίδρυμα Β& Μ Θεοχαράκη


Μια έξυπνη κίνηση έκανε το Ίδρυμα Β& Μ Θεοχαράκη επιλέγοντας να τυπώσει τα έργα της έκθεσης του σε μάσκες, το απόλυτο τρεντ της εποχής μας. Μάλιστα προτρέπει τους φιλότεχνους να φροντίσουν την υγεία τους με... στυλ!
Πρόκειται για προστατευτικές επαναχρησιμοποιούμενες μάσκες με έργα καταξιωμένων Ελλήνων ζωγράφων που απευθύνονται στους φίλους του μουσείου. Στο επίκαιρο και χρηστικό αντικείμενο έχουν τυπωθεί ψηφιακά το έργο
του Όχθωνα Περβολαράκη «Παπαρούνες» (1918), το «Βάρκες στο Σηκουάνα» (1918)του Σπύρου Παπαλουκά,  το «Αγναντεύοντας τη φουρτουνιασμένη θάλασσα ΙΙ» (2010) και το  «Δάσος VI» του Βασίλη Θεοχαράκη.
Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι μουσειακοί χώροι αφουγκράζονται τις σημερινές ανάγκες και προσαρμόζονται στους ρυθμούς της COVID-19 εποχής.
Δεν είναι ο μοναδικός μουσειακός χώρος που έχει τέτοια προσέγγιση για το θέμα. Την περίοδο έξαρσης της πανδημίας το Εθνικό Μουσείο της Πράγας διοργάνωσε μια έκθεση από χειροποίητες μάσκες με τίτλο «We stick together». Με δεδομένο ότι η Τσέχικη Δημοκρατία ήταν από τα πρώτα κράτη που επέβαλαν την αναγκαστική χρήση μάσκας οι πολίτες άρχισαν να κατασκευάζουν μάσκες στο σπίτι. Γι’ αυτό και η επιμελήτρια της έκθεσης Miroslava Burianová, υποστήριξε ότι η μάσκα έγινε ένα σύμβολο στην ιστορία του χειροποίητου, ενώ στόχος του μουσείου είναι να καταγράψει τις ιστορικές στιγμές που ζούμε.




Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

Οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Λευκάδας: Από την «Χοιροσπηλιά» της Ευγήρου, έως τον ναό του Απόλλωνα

   
Η πανέμορφη Λευκάδα, αυτό το κατάφυτο "διαμάντι" των Επτανήσων, γνωστή και ως το νησί των ποιητών είναι διάσημη για τις παραλίες της, τα τουριστικά θέρετρα, την ιστορική Μονή Φανερωμένης και το μεσαιωνικό κάστρο της Αγίας Μαύρας, αλλά διαθέτει και  σημαντικές αρχαιότητες, οι οποίες είναι εν πολλοίς άγνωστες. Τα κυριότερα αρχαία ελληνικά κτίσματα σώζονται έξω από την σύγχρονη πόλη της Λευκάδας, καθώς και στις περιοχές του Νυδρίου, της Βασιλικής και του ακρωτηρίου Δουκάτο ή Λευκάτας. 

Του Ανδρέα Π. Αναγνωστόπουλου


Νήρικος

Δύο χιλιόμετρα έξω και ανατολικά από την σύγχρονη πόλη της Λευκάδας, περνώντας μέσα από τον τοπικό ελαιώνα, ο επισκέπτης φτάνει στο Καλλιγόνι. Η εν λόγω περιοχή έχει κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος - αφού εδώ βρισκόταν η αρχαία πόλη της Λευκάδας, που ονομαζόταν Νήρικος - και εκτείνεται στις περιοχές Τσεχλιμπούς, Καλλιγονίου, Καρυωτών και Λυγιάς του Δήμου Λευκάδας.
Αυτός ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει τα ερείπια του περιτειχισμένου οικισμού της αρχαίας Λευκάδας, που χρονολογούνται από τα αρχαϊκά έως τα ρωμαϊκά χρόνια, τα δύο νεκροταφεία της αρχαίας πόλης, μεμονωμένα μνημεία και διάσπαρτα οικοδομικά λείψανα όπως τάφους, αγροικίες και λιμενικές εγκαταστάσεις που αποτελούν - σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις - αναπόσπαστο τμήμα του προστατευμένου μνημειακού συνόλου της αρχαίας πόλης. Η αρχαία πόλη της Λευκάδας εγκαταλείφθηκε γύρω στα 1300, ενώ στη συνέχεια οι συνεχείς σεισμοί σκόρπισαν τα ίχνη της.



Νυδρί

Στο Νυδρί και την πεδιάδα του, η περιοχή που εκτείνεται από τους πρόποδες του όρους Σκάροι ως τη θέση Μαγεμένος της Νικιάνας έχει κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος. Περιλαμβάνει τους τύμβους της Πρωτοελλαδικής περιόδου στη θέση Στενό, τάφους κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς, καθώς και λείψανα οικοδομημάτων σ' όλη την έκταση της πεδιάδας του Νυδρίου, στους πρόποδες των Σκάρων και του όρους Αμαλή, καθώς και στις περιοχές Παλιοκατούνας, Κολώνι και Περιγιάλι.
Επίσης, πάνω από το χωριό Πόρος, σώζονται τα ερείπια ενός πύργου, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα ήταν αρχαία ελληνική αγροικία. Το κτίσμα αυτό, όπως και τα λείψανα ενός αρχαίου ελαιοτριβείου που βρίσκεται εκεί, ανήκουν στον 4ο π.Χ. αιώνα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους.
Τα παραπάνω αρχαία λείψανα εντοπίστηκαν κατά τις ανασκαφές που πραγματοποίησε ο διαπρεπής Γερμανός αρχαιολόγος Γουλιέλμος Δαίρπφελδ και χρονολογούνται από τους προϊστορικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ο Δαίρπφελδ - εμπνευστής της θεωρίας ότι η Λευκάδα είναι η ομηρική Ιθάκη και ότι το παλάτι του Οδυσσέα βρισκόταν στο Νυδρί - αγάπησε τόσο πολύ το νησί, ώστε θέλησε να ταφεί εδώ. Ο τάφος του Γερμανού αρχαιολόγου βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου στην άκρη της χερσονήσου του Βλυχού, πάνω από το γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής.



Αρχαιολογικοί Χώροι στο Δήμο Απολλωνίων

Η περιοχή του Δήμου έχει κατοικηθεί από πολύ νωρίς, όπως αποδεικνύουν περιορισμένα ευρήματα της Παλαιολιθικής και περισσότερα της Νεολιθικής Περιόδου (3.500 π.Χ.). Τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν από έρευνες του Δαίρπφελδ στη «Χοιροσπηλιά» της Ευγήρου, εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λευκάδας.
Στην κοιλάδα της Βασιλικής, η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει εντοπίσει διάσπαρτα αρχαία οικοδομικά λείψανα που ανήκουν πιθανόν σε αρχαία πόλη, ενώ λείψανα αρχαίων πύργων υπάρχουν στις θέσεις Μάρμαρα, Πυργί και Κλεισμάτια Μαραντοχωρίου.
Παράλληλα, στο ακρωτήριο Δουκάτο ή Λευκάτας, βρίσκονται οικοδομικά λείψανα και αρχιτεκτονικά μέλη του ναού Απόλλωνα Λευκάτα. Το ιερό αυτό ήταν πασίγνωστο σ' ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Κάθε χρόνο γίνονταν πανελλήνιες γιορτές προς τιμή του θεού, που ήταν προστάτης των ναυτικών και γιατρός του σώματος και της ψυχής. Για αυτό και οι αρχαίοι πίστευαν ότι, πηδώντας από τα βράχια αυτά, η ψυχή απελευθερωνόταν από το βάρος των παθών και εξιλεωνόταν από τις αμαρτίες.
Σ' αυτόν το χώρο, ο μύθος θέλει την ποιήτρια Σαπφώ να δίνει τέλος στη ζωή της απελπισμένη από το πάθος του έρωτα.



Πηγές

Βικάτου, Ο., Χαβέλα, Κ., Η αρχαία πόλη της Λευκάδας. Οι οικίες και τα δημόσια κτήρια. Ανάδειξη τμημάτων του οικιστικού πλέγματος της αρχαίας Λευκάδας, 2013

Ροντογιάννης, Γ., Ιστορία της νήσου Λευκάδος, 1980


Η Αγγελική Χατζημιχάλη μέσα από νέα έκδοση και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης



Ο τόμος «Αγγελική Χατζημιχάλη» μόλις κυκλοφόρησε από το Ίδρυμα της Βουλής στο πλαίσιο της σειράς «Πρόσωπα άξια τιμής» και είναι αφιερωμένος στη μεγάλη Ελληνίδα και πρωτοπόρο λαογράφο, που έκανε έργο ζωής την έρευνα, τη μελέτη και τη διάσωση της ελληνικής λαϊκής τέχνης και παράδοσης.

Η έκδοση

Τον τόμο επιμελείται η ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Στο εκδοτικό εγχείρημα περιλαμβάνονται οι εισηγήσεις της εκδήλωσης που διοργανώθηκε από το Ίδρυμα της Βουλής στις 19 Απριλίου 2019. Η Σταυρούλα Πισιμίση περιγράφει το έργο και τη ζωή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, ενώ η Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου τη συμβολή της στην ελληνική λαογραφία με την πρώτη συστηματική καταγραφή της λαϊκής χειροτεχνίας. Η Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη και ο Ευάγγελος Καραμανές προσεγγίζουν το διδακτικό –και όχι μόνον– έργο της μέσα από τη λειτουργία του «Ελληνικού Σπιτιού». Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου παρουσιάζει ανέκδοτες επιστολές της Χατζημιχάλη με την Εύα Πάλμερ-Σικελιανού. Στην έκδοση περιλαμβάνεται η προσφώνηση στην εκδήλωση του εγγονού της Πλάτωνα-Αλέξη Χατζημιχάλη και ο χαιρετισμός μνήμης στο έργο και το πρόσωπό της από τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή.

Το μουσείο 

Αρκετοί θα γνωρίζουν το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης που φέρει το όνομά της στην Πλάκα, εκεί που γεννήθηκε. Το σπίτι της πρώτης Ελληνίδας Λαογράφου με τις έξοχες καμπύλες που θυμίζουν μακεδονίτικα σπίτια, έργο του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου.
 Η οικεία αυτή της  μεγάλης προσωπικότητας, που ανέδειξε την λαϊκή μας παράδοση και ζητήματα πνευματικού και υλικού βίου στην ελληνική ύπαιθρο, ιδίως των Σαρακατσάνων φιλοξενεί την υπέροχη συλλογή της από έργα ξυλογλυπτικής, μεταλλοτεχνίας, αγγειοπλαστικής, παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα και χαλιά φτιαγμένα σε αργαλειούς και στοιχεία από την  δια βίου έρευνά της
Αξίζει να αναφερθεί η Αγγελική Χατζημιχάλη συνέβαλε στο ελληνικό φεμινισμό, ενώ διακρίθηκε και για την κοινωνική ευαισθησία της στο θέμα των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το μουσείο λειτουργεί από τον ΟΠΑΝΔΑ, φιλοξενώντας και περιοδικές εκθέσεις που αρμόζουν στον χώρο και άπτονται του ελληνικού πολιτισμού. 

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Ανάδειξη της Μονής Αγίας Τριάδας: Ένα αριστούργημα της Κρητικής Αναγέννησης




Ένα μοναδικό μνημείο συνδεδεμένο με την μεσαιωνική ιστορία της Κρήτης, η Μονή Αγίας Τριάδας αναμένεται να αναδειχθεί μετά από τη σύναψη προγραμματικής σύμβασης του υπουργείου Πολιτισμού και της Περιφέρειας για την εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος. Πρόκειται για ένα από τα τυπιικότερα έργα της Κρητικής Αναγέννησης, που αποτέλεσε το πρότυπο για μια σειρά μοναστηριακών ναών της περιοχής των Χανίων.
της Μαρίας Αλιμπέρτη
Η Σταυροπηγιακή Μονή, την διαχείριση της οποίας έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χάραξε έντονα χνάρια στο ιστορικό ρου που χάνονται στο χρόνο. Εκεί διατηρούνται σημαντικά κειμήλια σε ένα μικρό μουσείο. Ανάμεσα τους διακρίνονται εικόνες του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (16ος αιώνας), του Αγίου Νικολάου (17ος αιώνας), καθώς και οι εικόνες του Ένθρονου Χριστού, της Ζωοδόχου πηγής και της Δευτέρας Παρουσίας (1635 - 1645). 
Επίσης σώζεται χειρόγραφο ειλητό (ύφασμα που καλύπτει την αγία τράπεζα με την εικόνα του Πανάγιου Τάφου) του 12ου αιώνα, ειλητό του 12ου αιώνα με τη λειτουργία του Αγίου Βασιλείου και αυτόγραφος κώδικας του Ιερεμία Τζαγκαρόλου.
 Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ξύλινα τέμπλα του 17ου αιώνα στα παρεκκλήσια του Σωτήρος και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, καθώς και τρεις εικόνες, όλα φιλοτεχνημένα από τον Εμμανουήλ Σκορδύλη. Αντίστοιχα, το τέμπλο και οι φορητές εικόνες του καθολικού χρονολογούνται στο 1845 και ανήκουν στο Μερκούριο Σιγάλα.

Τα καλά νέα
Στη σύμβαση που υπέγραψαν η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη και ο περιφερειάρχης   Στ. Αρναουτάκης  για την προστασία της προβλέπεται εκπόνηση Μελέτης προστασίας και ανάδειξης της Ι. Μ. Αγίας Τριάδας Τζαγκαρόλων. Την σύμβαση υπέγραψαν ακόμη εκπρόσωποι της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων και του Πολυτεχνείου Κρήτης. Την Προγραμματική Σύμβαση, προϋπολογισμού και εκ μέρους του Πολυτεχνείου Κρήτης ο Πρύτανης Ευάγγελος Διαμαντόπουλος. 
Στόχος της  Προγραμματικής Σύμβασης, 241.800,00 ευρώ,  είναι σε διάστημα 26 μήνων η εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος υπό τον τίτλο: «Διερεύνηση δυνατοτήτων προστασίας, ανάδειξης, αποκατάστασης και επανάχρησης κτηρίου πρώην ιερατικής Σχολής καθώς και των παρακείμενων ερειπωμένων κτισμάτων κατοικιών στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας Τζαγκαρόλων στα Χανιά Κρήτης μαζί με τον Περιβάλλοντα χώρο τους».
Αρχιτεκτονική αξία
Το μνημείο που ξεχωρίζει για την πρόσοψή της με τους κίονες δωρικού ρυθμού, αλλά και τα στοιχεία αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής τοποθετείται χρονικά στο τέλος της Βενετοκρατίας στο νησί και χωρικά στους πρόποδες της οροσειράς του Σταυρού, στη θέση "Τζομπόμυλος" του ακρωτηρίου Μελέχα και σύμφωνα με τα Βενετσιάνικα αρχεία χτίστηκε από τους αδερφούς Ιερεμία και Λαυρέντιο Τζαγκαρόλους (ορθόδοξη οικογένεια Βενετσιάνων) στη θέση μιας παλαιότερης μονής του Ιερομόναχου Ιωακείμ Σοφιανού.
Την εντυπωσιακή μορφή του το μνημείο την οφείλει στην υψηλή μόρφωση  του Ιερεμία, ο οποίος ήταν λόγιος της εποχής σπουδαία μόρφωση και φορέας της Ελληνικής και Ιταλικής παιδείας, πολύ καλός φίλος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελετίου Πηγά, ενώ υπήρξε και υποψήφιος για Οικουμενικός Πατριάρχης.
Στα σχεδιά του για το κτίσμα αξιοποίησε τα βιβλία του αρχιτέκτονα Sebastiano Serlio από τη Βερόνα της Ιταλίας, ώστε να προσαρμόσει την κλίση του εδάφους και να δημιουργήσει ένα τεχνητό επίπεδο, κάτω από το οποίο στεγάστηκαν τα εργαστήρια οίνου και λαδιού και η μεγάλη δεξαμενή νερού.
Χάρη σε αυτό το εύρημα η κυρίως μονή με το μεγάλο τρίκογχο ναό στο κέντρο με τρούλους, νάρθηκα και παρεκκλήσια και τις πτέρυγες των κτισμάτων περιμετρικά, αναπτύχθηκε πλέον με μεγάλη άνεση χώρου πάνω στο τεχνητό επίπεδο. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του τρίκογχου με τρούλο μετά άλλων αρχιτεκτονικών στοιχείων μιμείται τον προσφιλή στο Άγιον Όρος τύπο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι  τα σχέδια της κεντρικής πύλης και άλλων στοιχείων, όπως το παρεκκλήσι του Σωτήρος στο κοιμητήριο επηρεάστηκαν από  τα πρότυπα του Serlio .
Παρά τις μεταγενέστερες προσθήκες η Μονή διατηρεί σήμερα αρκετά την αρχική της μορφή, που συνδέεται με την επικράτηση του Μανιερισμού στην Κρήτη από τα μέσα του 16ου αιώνα, σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού.
Την περίοδο της Τουρκοκρατία σταμάτησαν οι οικοδομικές εργασίες, ενώ κατά την Επανάσταση του 1921, η  μονή πυρολύθηκε μαζί με κειμήλια. Από το 1892 λειτουργεί Ιεροδιδασκαλείο.
Ακόμη και σήμερα παράγεται εξαιρετικής ποιότητας κρασί και ελαιόλαδο.
Πηγές: culture.gr
www.e-storieskritis.gr
https://vinolio.gr/