Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

“Δυο Ημέρες, Μία Νύχτα”: Όταν το χρήμα “σπάει” την ανθρώπινη αλυσίδα



Γράφει η Βίκυ Καλοφωτιά

Όλα είναι δυνατό να ανατραπούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Εντός κλασμάτων του δευτερολέπτου η ζωή σου “κάνει τούμπα” και τα πάνω έρχονται κάτω. Και το αντίστροφο. Κοιμάσαι στον καναπέ όπου έγειρες για λίγο να ξαποστάσεις μέχρι να ψηθεί η τάρτα μήλου για τα παιδιά σου και ξαφνικά ακούγεται το τηλέφωνο που διαταράσσει την ηρεμία του σπιτιού. Το μαντάτο έρχεται, σου “χτυπάει την πόρτα” απρόσμενα. Έρχεται απρόσκλητο κι όμως δεν έχεις άλλη επιλογή. Πρέπει να του ανοίξεις. Έχεις όμως την επιλογή για το πώς θα το διαχειριστείς αφότου εισβάλλει στο χώρο σου και στη ζωή σου

Πλάνο πρώτο. Ώρα 10 το πρωί. Ταινία “Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα” (Two Days, One Night), σε μία από τις ελάχιστες κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας που-όπως συζητήσαμε με τον υπεύθυνο τεχνικό στην είσοδο λίγο πριν την έναρξη της ταινίας-αποπνέει την αύρα
κινηματογράφου της παλιάς εποχής. Καθώς κουβεντιάζουμε, αισθάνομαι σαν τον μικρό πρωταγωνιστή στην ταινία “Σινεμά ο Παράδεισος” (Cinema Paradiso) που ανακαλύπτει τη μαγεία του σινεμά από τον μηχανικό προβολής και η αγάπη αυτή τον ακολουθεί σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. 

Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα πίνοντας γουλιά-γουλιά τον καφέ-σταθερή αξία πλέον, παρακολούθησα μια ταινία που χωρίς κανενός είδους εφέ και περιττά τεχνητά “φτιασιδώματα”, είπε, δήλωσε, βροντοφώναξε, κραύγασε, τα πιο σημαντικά πράγματα που όλοι μας λίγο-πολύ τα βιώνουμε κι όμως τις περισσότερες φορές δεν έχουμε τη δύναμη και τα απαιτούμενα κότσια να τα παραδεχτούμε. Ούτε στους άλλους αλλά κυρίως ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. 

 
Το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται καθώς οι σκηνές της ταινίας διαδέχονται η μία την άλλη. Σκέψεις γεννώνται. Ερωτήματα που πέφτουν σαν βροχή, “σπρώχνονται στην ουρά” ζητώντας απαντήσεις. Εξαγοράζεται η αξία ενός ανθρώπου με ένα χρηματικό ποσό; Όταν έχεις τη δύναμη με την ψήφο σου να υποστηρίξεις έναν εργαζόμενο και να επηρεάσεις μια ειλημμένη απόφαση για την απόλυσή του, εσύ επιλέγεις να του γυρίσεις την πλάτη και να…τσεπώσεις το εκάστοτε προτεινόμενο οικονομικό δέλεαρ χτίζοντας την ευτυχία σου πάνω στη δυστυχία εκείνου; Και μετά τι; Φτάνεις σε έναν  παράδεισο που έχεις μεν τα πάντα αλλά κανέναν να τα μοιραστείς, γιατί εν τω μεταξύ τους έχεις “ποδοπατήσει” όλους σε μια μανιώδη πορεία προς την κορυφή;

Η Μαριόν Κοτιγιάρ (Marion Cotillard) υποδύεται την Σάντρα, μια εργάτρια, σύζυγο και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών που προσπαθεί με τη στήριξη του συντρόφου της να πείσει τους συναδέλφους της να απορρίψουν μια ενίσχυση του μισθού τους, της τάξεως των 1.000 ευρώ προκειμένου να μην χάσει την δουλειά της. Μια γυναίκα που
παίρνει τους δρόμους και δίνει τη μάχη της εντός της “αρένας” μέχρι την ύστατη στιγμή. Μαζεύει από το πάτωμα τον πληγωμένο της εγωισμό και αποφασίζει να παλέψει διεκδικώντας το δικαίωμά της στην εργασία. Χτυπάει μια-μια την πόρτα των συναδέλφων της για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στην επικείμενη ψηφοφορία μεταξύ των εργαζομένων έτσι ώστε να εξακολουθήσει να απολαμβάνει το αγαθό της εργασίας. 

Τελικά υπάρχει συναδελφική αλληλεγγύη; Έχουμε το θάρρος να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο και να πούμε στον μέχρι πρότινος συνάδελφό μας ότι συναινούμε με τον τρόπο μας στην απόλυσή του; Μάλλον όχι. Μάλλον είναι πολύ πιο βολικό να αποσιωπούμε την αλήθεια καλύπτοντας τη θεοποίηση του χρήματος που μας έχει διαποτίσει και την οποία πλέον βαφτίζουμε “έχω ανάγκη τα επιπλέον χρήματα που μου προσφέρονται” ως ένα κακέκτυπο “άφεσης αμαρτιών”

“Θα καταστραφώ αν σε στηρίξει η πλειοψηφία”, ακούγεται από τα χείλη ενός από τους συναδέλφους της πρωταγωνίστριας. Ο θάνατός σου, η ζωή μου. Η απόλυσή σου, τα χρήματά μου. Η δυστυχία σου, η δική μου ευημερία. Για πόσο όμως; Κόβοντας τα φτερά ενός άλλου ανθρώπου δεν πάει κανείς μακριά γιατί είναι θέμα χρόνου να φτάσει η στιγμή όπου και τα δικά του φτερά θα “λιώσουν” επειδή πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο αφαιρώντας τον αυθαίρετα από τη ζωή του διπλανού του

 
“Θα ήθελα να ψηφίσω υπέρ σου αλλά δεν τόλμησα για να μην με πάρουν οι υπόλοιποι με κακό μάτι…”. Άλλη μια ομολογία που μαρτυρά ακριβώς αυτό: ότι το να ορθώνει κανείς το ανάστημά του και να δείχνει την “πόρτα της εξόδου” στο άδικο που πλήττει έναν άλλο άνθρωπο, θυσιάζεται στο βωμό του φόβου μπροστά στην κατακραυγή της συντεχνίας. Γιατί όποιος τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να δείξει έστω και την παραμικρή διάθεση διαφωνίας με τις απόψεις που επιβάλλει το…γκέτο, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα να οδηγηθεί αργά ή γρήγορα στη “λαιμητόμο” και να πάθει τα ίδια και χειρότερα.

“Δεν υπάρχω. Είμαι ένα τίποτα…”, ψελλίζει αποκαρδιωμένη η Σάντρα περιμένοντας το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας με την απόλυση να βρίσκεται πλέον σε απόσταση
αναπνοής. Τελικά θα απολυθεί; Θα επιλέξει να κάνει το ίδιο με τους υπόλοιπους αν της δοθεί η ευκαιρία; Θα υιοθετήσει την ίδια τακτική της αλληλοεξόντωσης προκειμένου να εξασφαλίσει μια ακόμη “φιάλη οξυγόνου” σε βάρος κάποιου άλλου; 

Όποιο κι αν είναι το τέλος της ταινίας που θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες προσεχώς, ένα είναι αυτό που συνειδητοποιεί κανείς παρακολουθώντας την μέχρι την τελευταία σκηνή: ότι ό,τι κι αν σου συμβαίνει στη ζωή, όσο παράλογο και άδικο κι αν είναι, όσο κι αν μοιάζει βουνό ο μετέπειτα δρόμος σου, βαθιά μέσα σου γνωρίζεις ότι πολέμησες γενναία δίνοντας τα καλύτερα κομμάτια του εαυτού σου.

Και προχωράς, γιατί η ζωή συνεχίζεται…

Αυτό ακριβώς σκέφτηκα την ώρα που κατέβαινα τις σκάλες του κινηματογράφου λίγο πριν φτάσω στην έξοδο. Και αυτό ήταν κάτι που με έκανε να το σκεφτώ η ταινία, ο παλιός αυτός κινηματογράφος στο κέντρο της Αθήνας που εξακολουθεί να δίνει γενναία τη δική του μάχη ενώ γύρω “ξεφυτρώνουν” όλο και περισσότεροι  πολυχώροι προβολής ταινιών, τα λόγια των υπολοίπων θεατών στο διάδρομο και ο πιο λαμπερός ήλιος, που από εκεί που βρισκόμουν, έβλεπα να φέγγει έξω στο δρόμο!

Ο πιο λαμπερός ήλιος, ενώ λίγες μόνο στιγμές πριν, έξω είχε συννεφιά…

 

*Στοιχεία ταινίας:

Τίτλος: “Δυο Ημέρες, Μία Νύχτα” (“Deux jours, une nuit”), 2014

Σκηνοθεσία : Jean-Pierre Dardenne

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου