Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Μανώλης Δεστούνης: “Μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής μου θα ελπίζω για έναν ρόλο στο ιερό χώμα της Επιδαύρου…”



Πλατεία Βικτωρίας, λίγο πριν το πρωινό παραδώσει τη σκυτάλη σε ένα μεσημέρι λουσμένο από το φως του ήλιου, κι ας έχει σημάνει ήδη η εποχή, όπου τα κιτρινισμένα φύλλα πέφτουν απαλά στο έδαφος, σχηματίζοντας ένα χρυσοκέντητο υφαντό καμωμένο από την επιθυμία να αφήσει κανείς πίσω του καθετί φθαρμένο και άψυχο, για να καλωσορίσει το νέο, που ξεχειλίζει από ζωή και σφρίγος. 

Σταματάω στο περίπτερο λίγο πριν στρίψω στη γωνία Αριστοτέλους και Σμύρνης, όπου βρίσκεται το “Θέατρο Ελπίδας”. Εκεί, όπου έχει οριστεί η συνάντηση με έναν από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς των πιο ένδοξων στιγμών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Μανώλη Δεστούνη, για μια συζήτηση με άρωμα θεάτρου κι αλλοτινών εποχών. Τότε, που τα καλοκαιρινά βράδια μύριζαν γιασεμί, τα παιδιά έπαιζαν αμέριμνα στις γειτονιές τρώγοντας πασατέμπο και μπομπονέλες, τα ζευγάρια πιάνονταν χέρι-χέρι κοιτάζοντας μαζί τα αστέρια, και το Σαββατόβραδο σχηματίζονταν ουρές από μικρούς και μεγάλους έξω από τα γραφικά σινεμά που ζωντάνευαν το ένα μετά το άλλο, σε κάθε συνοικία. 

 
Κρατώντας στα χέρια μου αποκόμματα από παλιές εφημερίδες, και με την τσάντα μου να έχει βαρύνει επικίνδυνα από μπλοκ σημειώσεων, χαρτιά, στυλό, την παρουσία του εδώ και χρόνια πιστού “συνεργάτη” μου που ακούει στο όνομα “καταγραφέας φωνής”, και άφθονη δόση χαράς για την πραγματοποίηση άλλης μιας πολύτιμης συνέντευξης, φτάνω έξω από την είσοδο του θεάτρου. Η προσοχή μου στρέφεται στο κόκκινο χρώμα που κυριαρχεί απ’άκρη σ’άκρη, στις αφίσες με τα στιγμιότυπα από διάφορες παραστάσεις, κι αμέσως μετά τον βλέπω να στέκεται στο περίγραμμα της πόρτας, καλωσορίζοντάς με, με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη. “Έλα, πέρασε μέσα να παραγγείλουμε καφέ και να τα πούμε όλα με το νι και με το σίγμα!”, μου λέει. Και χωρίς να το καταλάβω, βρισκόμαστε ήδη στο εσωτερικό του θεάτρου, στη γωνιά δίπλα στο πιάνο, και το χρυσό νήμα των αναμνήσεων από την παιδική του ηλικία, τις 150 κινηματογραφικές ταινίες, και τα 52 χρόνια της διαδρομής του στο θέατρο, αρχίζει σιγά-σιγά να ξετυλίγεται…

Συνέντευξη στη Βίκυ Καλοφωτιά

Σε μια προσπάθειά μου να αντισταθώ στον πειρασμό να τον “βομβαρδίσω” με τη βροχή των ερωτήσεων που παίρνουν μονομιάς μορφή στο μυαλό μου, ξεκινώ από την κλασική, που όμως κάθε φορά που την αρθρώνω, έχοντας δίπλα μου κι έναν διαφορετικό συνομιλητή, νιώθω σαν να την εκφράζω με λέξεις, για πρώτη φορά…

Όταν ήταν μικρό παιδί, είχε φανταστεί ποτέ ότι θα ασχοληθεί με τον κόσμο του θεάτρου, συνάπτοντας μαζί του μια ισόβια σχέση ζωής;

Κι εκείνος μου απαντά. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Απλά, ειλικρινά κι αδιαπραγμάτευτα.

«Όχι! Όμως, λόγω της κεφαλλονίτικης καταγωγής μου, μου άρεσε πολύ το τραγούδι! Όλοι οι Κεφαλλονίτες έχουμε ιδιαίτερη κλίση σε αυτό, κι έτσι δεν χάνουμε ευκαιρία να σιγοψιθυρίζουμε μελωδίες από ξακουστές καντάδες, σε γλέντια, συναντήσεις, και γενικότερα όταν μας δίνεται η ευκαιρία!».

Στο σημείο αυτό αρχίζει να τραγουδά έναν στίχο που κουβαλά μέσα του πινελιές από τα παιδικά του βιώματα, και δεν γίνεται να μην προσέξω τη νοσταλγική έκφραση, με την οποία “ντύνεται” το βλέμμα του. «Απόψε την κιθάρα μου, τη στόλισα κορδέλες..!», τον ακούω να ερμηνεύει, κι αμέσως μετά συνεχίζει την εξιστόρηση της αγάπης του για το τραγούδι από τότε που ήταν μικρό παιδί, κι έπαιζε ανέμελα στα λιθόστρωτα, κεφαλλονίτικα σοκάκια. 

«Θυμάμαι ότι από έξι ετών, όταν φοιτούσα στην Α’ τάξη του Δημοτικού, ο δάσκαλος της μουσικής με ξεχώριζε γιατί έκανα ωραία σεκόντα και συνόδευα πολύ ωραία με τη φωνή μου, όποιον από τους συμμαθητές μου τραγουδούσε. Και βέβαια όλοι στην οικογένειά μας τραγουδούσαμε πολύ ωραία! Ήθελα τόσο πολύ να γίνω τραγουδιστής!  Από τα δώδεκα, είχα αρχίσει να μαθαίνω κιθάρα, κι εξακολουθώ να παίζω μέχρι και σήμερα, ακόμη και στην παράσταση που θα ανεβάσουμε στο θέατρο σε λίγες ημέρες! Μάλιστα, έχω βγάλει και τέσσερις μουσικούς δίσκους! 

»Πήγα μόνο έξι μήνες σε δάσκαλο κι έμαθα να παίζω κλασική κιθάρα με τα δάκτυλα, και όχι με πένα, αλλά επειδή τα χρήματα ήταν λειψά, σταμάτησα τα μαθήματα, και συνέχισα με ό,τι μάθαινα μόνος μου, στις παρέες της γειτονιάς, στις εκδρομές, στις συναντήσεις με φίλους και συγγενείς. Πάντοτε ονειρευόμουν να γίνω τραγουδιστής, αλλά αγαπούσα και τον αθλητισμό ως μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου, στην κατηγορία των εμποδίων 400μ./ 800 μ. Και από την στιγμή που βγήκα στο θέατρο, ονειρευόμουν την Επίδαυρο! Την ονειρεύομαι από τα είκοσί μου, που μπήκα στη Σχολή, μέχρι και σήμερα…».


Ποιοι ήταν οι τραγουδιστές που τον ενέπνεαν και θαύμαζε τότε;, τον ρωτώ αμέσως μετά.

«Μου άρεσε πολύ ο Φρανκ Σινάτρα, ο Μπιλ Κόσμπι, ο Πέρι Κόμο, ο Έλβις Πρίσλεϊ, οι Μπητλς, οι Ρόλινγκ Στόουνς. Έβλεπα την Εντίθ Πιάφ ή τη Νάνα Μούσχουρη, που έδιναν συναυλίες κι έλεγα: “Αχ! Θέλω κι εγώ να γίνω έτσι, κι ο κόσμος να με αποθεώνει!”. Επίσης, θαύμαζα τον Φώτη Πολυμέρη, τον Νίκο Γούναρη, τον Τώνη Μαρούδα, τον Σώτο Παναγόπουλο. Τους παρακολουθούσαμε και τους ακούγαμε με την παρέα, γαλαρία, έξω, στο Άλσος του Οικονομίδη. Πού να το φανταζόμουν αργότερα ότι όταν θα γινόμουν ηθοποιός, θα τους παρουσίαζα και στην τηλεόραση, στην εκπομπή “Ο Τομ-Τομ…παρουσιάζει” (1970-73), όπου εμφανιζόμουν με μια μαριονέτα της οποίας έκανα τη φωνή, και παράλληλα, έβγαινα με την κιθάρα μου κι έλεγα διάφορους σύντομους μονολόγους, τις γνωστές “παρλάτες”. Εγώ ήμουν που παρουσίασα για πρώτη φορά στην τηλεόραση, τον Μαρούδα, τον Πολυμέρη, τον Γιάννη Πάριο, την Ελπίδα και πολλούς άλλους

Καθώς μιλάμε, νιώθω ότι το ταξίδι της μνήμης του σε εκείνες τις εποχές, έψαχνε καιρό να βρει τρόπο να πάρει σάρκα και οστά μέσα από τις λέξεις, που θα αποτυπώνονταν την κατάλληλη στιγμή στο χαρτί, για να αγγίξουν όλους εκείνους που αναζητούν δύναμη και έμπνευση για να συνεχίσουν να προσπαθούν να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα της καρδιάς τους. Και η κατάλληλη στιγμή είναι πλέον εδώ…

Ποιο από τα σκαλοπάτια της επαγγελματικής πορείας του, τον κάνει να αισθάνεται ιδιαίτερα τυχερός που το ανέβηκε;

«Στη ζωή υπάρχουν και ατυχίες και τυχερά γεγονότα. Για εμένα, το ένα από αυτά τα τυχερά, ήταν ο “Μπόζο ο Κλόουν” (“Bozo the Clown”), που ήρθε στη ζωή μου μετά το 1973, όταν με επέλεξε για να τον υποδυθώ, ένας Ελληνοαμερικανός, που ήρθε στην Ελλάδα ειδικά για να στήσει αυτήν την εκπομπή, η οποία προβάλλεται ακόμη, σε τριάντα πολιτείες της Αμερικής. Τον “Μπόζο”, τον είχε υποδυθεί για πρώτη φορά ένας Αμερικανός, ο Λάρι Χάρμον, ο οποίος ήρθε αργότερα για δύο μήνες στην Ελλάδα, και με εκπαίδευσε, στο ξενοδοχείο “Coral” του Φαλήρου. Χόρευα, τραγουδούσα, και προσπαθούσα να μάθω από εκείνον όσα περισσότερα μπορούσα! Δυστυχώς, έφυγε πέρυσι από τη ζωή…

»Μου είχε πει κάποια στιγμή, τότε: “Αν παιχτεί ο Μπόζο για δέκα χρόνια ακόμη, θα πάρεις δικό σου αεροπλάνο!”. Έβγαζα πολλά χρήματα με αυτήν την εκπομπή, επειδή έκανα και ζωντανές εμφανίσεις σε οργανισμούς, σε παιδικούς σταθμούς κτλ. Δεν τα διαχειριζόμουν, όμως με σύνεση. Όταν είσαι νέος και βγάζεις τόσα χρήματα, δυστυχώς δεν μπορείς να τα διαχειριστείς σωστά. Ήμουν τότε 35 ετών. Πολλοί στο δρόμο, με φωνάζουν ακόμη “Μπόζο” κι όχι με το όνομά μου! “Γεια σου, Μπόζο!”, μου λένε. Και βέβαια συγκινούμαι πολύ…

»Επίσης, άλλη μια πολύ σημαντική στιγμή για εμένα, ήταν η συμμετοχή μου σε μια αγγλική ταινία, το “Oedipus the King (βλ.ελλ."Οιδίπους Τύραννος"), με συμπρωταγωνιστές τους: Όρσον Γουέλς, Κρίστοφερ Πλάμερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Σύριλ Κιούζακ, Λίλη Πάλμερ, Ρίτσαρντ Τζόνσον, κι αρκετούς άλλους εξίσου χαρισματικούς συναδέλφους».

Θέλοντας, όμως να πιάσω το νήμα από την αρχή, τον γυρνάω ξανά στην εποχή, όπου το θέατρο δεν είχε μπει ακόμη στη ζωή του. Πώς στράφηκε τελικά από το τραγούδι, στο θέατρο;

«Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου τυχαία και χωρίς να το έχω σχεδιάσει. Συνέπεσε με την εποχή, κατά την οποία υπηρετούσα την στρατιωτική μου θητεία, όταν πήρα απόσπαση για το ΝΑΤΟ της Σμύρνης, από το τάγμα μου στην Αξιούπολη, στα σερβικά σύνορα, όπου βρισκόμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πήγα, λοιπόν εκεί τον Απρίλιο του 1960, όπου δούλευα στο γραφείο ως υπασπιστής του Αξιωματικού Εφοδιασμού. Εκεί γνωριστήκαμε με τον γνωστό δημοσιογράφο και κοσμικογράφο “Bar Bar”, τον Κώστα Παναγιωτόπουλο, με τον οποίο συνυπηρετούσαμε, και με τον οποίο είμαστε φίλοι από εκείνη την εποχή, 56 ολόκληρα χρόνια. Εκείνος έγραφε τότε επιθεωρησούλες και σκετσάκια, κι εγώ ξεκίνησα να τα σκηνοθετώ και να παίζω κιόλας. Με αυτόν τον τρόπο, διασκεδάζαμε όλο το στράτευμα! 

»Μαζί παίξαμε αργότερα στο θέατρο της Εφέσου –ανεβάζοντας τον “Οιδίποδα”– αλλά και στο θέατρο της Τροίας, της Περγάμου, και της Μιλήτου. Γυρίσαμε σε πάρα πολλά μέρη! Νοικιάζαμε κάθε Παρασκευή αυτοκίνητα, κι αλωνίζαμε όλη τη Μικρά Ασία! Φτάσαμε μέχρι τον Πόντο (Τραπεζούντα)! Επισκεφθήκαμε μέχρι και τον Πατριάρχη Αθηναγόρα! Θυμάμαι ότι όταν ήμασταν στρατιώτες, μου είχε πει κάποια στιγμή ο Κώστας: “Μόλις απολυθούμε, θα σε πάρω από το αυτί και θα σε πάω σε Δραματική Σχολή!”, όπως ακριβώς κι έγινε! Κι έτσι με πήγε στη Δραματική Σχολή του Θεοδοσιάδη, όπου ήταν καθηγητές τεράστια ονόματα, όπως ο Νίκος Τζόγιας, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Μιχάλης Περάνθης, η Αγάπη Ευαγγελίδη. Αυτοί οι άνθρωποι μεσουρανούσαν τότε, και μετά, το ευτύχημα ήταν ότι βγαίνοντας από τη Σχολή, είχα την τιμή να συνεργαστώ μαζί τους. Επίσης, ο Τίτος Βανδής ήταν αυτός που με πήγε κατόπιν στον σκηνοθέτη, τον Ντίνο Κατσουρίδη, ο οποίος μου έδωσε το ρόλο του Γερμανού αξιωματικού, στο έργο “Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση”».

 
Του θυμίζω ένα παράπονο που είχε εκφράσει στο παρελθόν μέσα από μια δήλωση που συγκινεί και ταυτόχρονα του δίνει δύναμη και κίνητρο να συνεχίζει μέχρι να εκπληρώσει και αυτό του το όνειρο! “Το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής μου...!”, όπως μου εκμυστηρεύεται. “Τώρα που είμαι γερός κι αντέχω ακόμη, θα ήθελα να παίξω στην Επίδαυρο και στο Εθνικό Θέατρο…”, είχε πει πριν από λίγα χρόνια. Τι νιώθει σήμερα γι’αυτό, αφού ακόμη δεν έχει γίνει πραγματικότητα;

«Ακόμη δεν έχει εκπληρωθεί αυτή η επιθυμία μου, ενώ έχω παίξει σε όλα τα αρχαία θέατρα της Ελλάδας(!). Δωδώνη, Φιλίππους, Θάσο, Σικυώνα, Μεγαλόπολη, Δημητριάδα, όπου υπάρχει αρχαίο θέατρο. Επίσης, στις Συρακούσες (Σικελία), στην Έφεσο, Πέργαμο, Τροία, παντού. Στο Εθνικό Θέατρο της πατρίδας μου, ωστόσο, όπως και στην Επίδαυρο, όχι ακόμη… Δεν μου έχει γίνει μέχρι στιγμής η πρόταση να παίξω στον ιερό αυτό χώρο, όπου κάθε ηθοποιός θέλει να καταθέσει την ψυχή του! Δεν έχω μάλλον τα απαραίτητα “κονέ” ή ίσως με θεωρούν κακό ηθοποιό και δεν με φωνάζουν παρόλο που ακόμη πατάω το σανίδι πολύ δυνατά. Ας πεθάνω, όμως με το μαράζι…».

Νιώθω ντροπή και συνάμα θυμό, καθώς ακούω από τα χείλη αυτού του ανθρώπου να βγαίνει ένα τέτοιο παράπονο που υπό κανονικές συνθήκες δε θα έπρεπε να το έχει βιώσει, καθώς η πορεία του έχει αποδείξει περίτρανα, το πόσο ειλικρινά και ολοκληρωτικά αγαπάει το αντικείμενο που έχει κλέψει την καρδιά του εδώ και 52 χρόνια! Αχ, Ελλάδα, πότε επιτέλους θα πάψεις να πληγώνεις τα παιδιά σου..; Πότε..;, ακούω τον εαυτό μου να αναρωτιέται νοερά. Και βγαίνω από τις σκέψεις μου, ακούγοντάς τον να μου λέει: «Μέσα μου, όμως πιστεύω ότι κάποια μέρα θα γίνει! Έστω και στα τελευταία μου! Έστω κι ένα μικρό ρολάκι, για να μπορέσω να πατήσω το χώμα της Επιδαύρου…».

Κι αμέσως μετά, ξεδιπλώνω μπροστά του, την επόμενη αυθόρμητη ερώτησή μου.

Ήταν εφικτό παλαιότερα να γίνει κανείς επιτυχημένος ηθοποιός μόνο με το ταλέντο του χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε τρόπους ανορθόδοξους;

«Ήταν! Εγώ έτσι τα κατάφερα! Επειδή, βέβαια με βοήθησαν πολύ οι δάσκαλοί μου, αλλά και κάποιοι άλλοι εκτός Σχολής, τους οποίους γνώρισα μετά, όπως η Άννα Καλουτά, στην οποία μπορώ να πω ότι οφείλω τα πάντα. Και πριν από όλους ο λατρεμένος μου δάσκαλος, ο Μίμης Φωτόπουλος, με τον οποίο πρωτόπαιξα στο θέατρο και σε ταινία στο σινεμά. Αυτός με φώναξε και μου είπε: “Έλα, Μανωλάκη! Είναι ένα ρολάκι στην ταινία που κάνω. Θέλεις να έρθεις;”. “Δάσκαλε, δεν θέλω; Σαν τρελός!”, του απάντησα εγώ! Και μετά είχα την τύχη να παίξω πρωταγωνιστής σε ταινία, και να είναι από κάτω μου ο Φωτόπουλος, στην ταινία “Τα δυο έξυπνα κορόιδα” (1971), όπου πρωταγωνιστούμε με τον Αλέκο Τζανετάκο. Μόλις είδα ότι είναι γκεστ σταρ από κάτω ο Μίμης Φωτόπουλος, πήγα αμέσως στον πολύ καλό σκηνοθέτη, τον Στέλιο Τατασόπουλο, και του είπα: “Στέλιο μου, τι κάνεις εκεί; Βάζεις πρώτον εμένα, και τον δάσκαλό μου τον βάζεις από κάτω;”. Και μου λέει: “Να μην σε νοιάζει εσένα! Εγώ συνεννοήθηκα με τον Μίμη και δέχεται ευχαρίστως, γιατί σε αγαπάει και σε πιστεύει!”

»Ήταν σοφός αυτός ο άνθρωπος, ένας λαϊκός φιλόσοφος κατά την γνώμη μου. Με αγαπούσε πολύ, όπως κι εγώ εκείνον, και τον θεωρώ πνευματικό μου πατέρα και μέντορά μου. Μου είχε δώσει κάποιες συμβουλές, τις οποίες έχω κάνει κορνίζα στο σπίτι μου, και προσπαθώ να τις εφαρμόζω μέχρι σήμερα. Μου είχε πει κάποτε: “Μανωλάκη, στο χειρότερο μπουλούκι να παίζεις, όταν εσύ είσαι σωστός επαγγελματίας κι ερμηνεύεις σωστά και πιστά τον ρόλο σου, θα πουν από κάτω: “Πω, πω, τι μπουλούκι είναι αυτό, αλλά κοίτα κι ένας πολύ καλός ηθοποιός!”. Ή και το άλλο: “Πρόσεξε, Μανωλάκη! Σημασία στον ηθοποιό έχει η διάρκεια! Μπορεί να κάνεις ένα ξαφνικό “μπαμ” και να γίνεις πρωταγωνιστής. αλλά μετά έρχεται και το “μπλουμ!”. Κι αυτό, δόξα τω Θεώ το έχω καταφέρει…».

Έχει συνεργαστεί με όλους εκείνους τους σπουδαίους καλλιτέχνες, που έκαναν τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο να ανθίσει. Άνθρωποι, που μέσα από τις διαχρονικές ταινίες τους, μας κάνουν ακόμη παρέα! Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Νίκος Σταυρίδης, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Ανδρέας Μπάρκουλης. Τι θυμάται από εκείνους; 

«Είναι τιμή μου να έχω δουλέψει με όλους αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους και ηθοποιούς! Ο Ντίνος ήταν μέγας κωμικός και είχε και φινέτσα! Μου έρχεται τώρα στο μυαλό ένα περιστατικό που μας είχε αφηγηθεί κάποτε. Όταν είχε μεγαλώσει πια –ήταν 80-85 ετών– τον συναντούσαν στο δρόμο θαυμαστές, και του έλεγαν: “Αχ, κύριε Ντίνο μου, τι κάνετε; Γεράσατε, όμως κύριε Ντίνο μου!”. Κι απαντούσε εκείνος: “Ε, δεν το έκανα επίτηδες!” (γέλιο). Όταν ήταν νεότερος, κι εγώ πραγματοποιούσα τα πρώτα μου βήματα στο θέατρο, θυμάμαι ότι μου έλεγε: “Μανωλάκη, κάποια μέρα, εσύ θα μας φας!”

»Ο Σταυρίδης ήταν ένα περιβόλι χαράς στην παρέα. Ήταν, επίσης και φοβερός γυναικάς, είχε κάνει τρεις γάμους, και έχει και μια κορούλα, την Δανάη, η οποία ζει μόνιμα στο Λονδίνο. Συνεργαστήκαμε πολλές φορές, και μια από αυτές ήταν το 1971 στο “Ρεξ”, στην Πανεπιστημίου, με έναν μεγάλο θίασο, στον οποίο συμμετείχε και η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Σωτήρης Μουστάκας, και ο Φώτης Μεταξόπουλος. Ήταν η πρώτη φορά που είχα αποκτήσει το δικό μου καμαρίνι μετά από 15 χρόνια(!). Ερχόταν, λοιπόν στο διάλειμμα, ο Σταυρίδης στο καμαρίνι, συζητούσαμε, και κάναμε και κανένα καλαμπούρι. Η Βλαχοπούλου μάζευε στο καμαρίνι της διάφορες συναδέλφους (Ελένη Προκοπίου κ.ά.) κι έπαιζαν χαρτάκι! Ο Ανδρέας Μπάρκουλης ήταν ένα εξαιρετικό παιδί, και κάναμε πολύ καλή παρέα. Με δικό του κοστούμι πρωτόπαιξα στη σκηνή, σε περιοδεία στη Γερμανία, όπου είχαμε πάει για έναν μήνα. Δεν μπορώ να τα ξεχάσω αυτά, ήταν ένας άνθρωπος που σου έδινε εκτός από το πουκάμισό του, και την ίδια του την καρδιά…».

 
Πώς βλέπει τους νέους ηθοποιούς σήμερα;, προκύπτει αβίαστα η επόμενη απορία μου. Κι εκείνος απαντά, με συναισθήματα που αγγίζουν το σεβασμό προς τη νέα γενιά, αλλά και κάποια άλλα, που αφήνουν να φανεί ότι τον προβληματίζει αρκετά το πόσο έχουν αλλάξει πλέον οι καιροί…

«Τους βλέπω πάντοτε με αγάπη, και τους σέβομαι, αλλά έχουν αλλάξει πλέον πολλά πράγματα από τότε που ξεκίνησα εγώ σε αυτόν το χώρο, που απαιτεί αντοχές και στομάχι δεκαθλητή(!).Έχω κάνει πάνω από 10 ταινίες μικρού μήκους χωρίς να πληρωθώ καθόλου, γιατί θέλω να βοηθάω τους νέους ανθρώπους κυρίως στον κινηματογράφο, επειδή ο κινηματογράφος στην Ελλάδα σήμερα νοσεί. Δυστυχώς, όμως δεν υπάρχει πλέον ο σεβασμός στην ιεραρχία, κυρίως γιατί εισχώρησε στη ζωή μας η τηλεόραση, και συνέβαλε κατά πολύ στο να εκδηλωθεί αυτή η μεγάλη ζημιά. Πολύ συχνά βλέπουμε κι από ένα νέο παιδάκι που μόλις βγαίνει από τη Σχολή, να παίζει σε ένα σίριαλ για 2-5 μήνες, και να γίνεται φίρμα, όπως λέμε. Μετά, τις περισσότερες φορές καβαλάνε το καλάμι, κάνουν δικούς τους θιάσους, σκηνοθετούν, και θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα. Δεν είναι, όμως έτσι. Και γι’αυτό βέβαια, πολλές φορές τρώνε τα μούτρα τους…».

Ένας άνθρωπος πετυχημένος, ευαίσθητος, χαρισματικός, και συνάμα με δύναμη ενός λιονταριού, καθώς πάντοτε στη ζωή του είχε μάθει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να αναμετριέται παλικαρίσια με κάθε είδους αντίπαλο. Ακόμη, και με τον καρκίνο…

«Εμείς, τα λεγόμενα “μετακατοχικά παιδιά” περάσαμε άπειρες δυσκολίες στην ζωή μας. Ακόμη θυμάμαι, ότι έξι ετών πουλούσα τσιγάρα στην Ομόνοια, για να βοηθήσω την οικογένειά μου, επειδή ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν τριών ετών. Είμαστε έξι αδέρφια, κι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο μόνος που γεννήθηκα στην Αθήνα, στα Εξάρχεια. Όλοι οι άλλοι γεννήθηκαν στην Κεφαλονιά, στα Χαβδάτα, ένα χωριό κοντά στο Ληξούρι. Μόλις τελείωσα το Δημοτικό, πήγαινα νυχτερινό Γυμνάσιο, και συγχρόνως μου βρήκε η μάνα μου –η οποία ήταν μια πολύ καλή μοδίστρα– δουλειά σε μαγαζί με υλικά ραπτών

»Έχω μάθει να παλεύω, να αγωνίζομαι, να μην το βάζω κάτω! Πριν από πέντε χρόνια, διαγνώστηκα με καρκίνο στον οισοφάγο και τον πάτησα χάμω! Του άλλαξα τα φώτα! Κυρίως χάρη στην Τούλα Μπούτου, που ήταν δίπλα μου και μου στάθηκε όσο κανείς άλλος! Για την ακρίβεια, μου έσωσε την ζωή! Αν δεν ήταν εκείνη να με πείσει να πηγαίνω για εξετάσεις και να προσπαθώ, δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει. Είναι γιατρός αναισθησιολόγος και τα τελευταία εννιά χρόνια κουμαντάρουμε από κοινού και το “Θέατρο Ελπίδας”, στο οποίο ανεβάζουμε και αρκετά έργα της, στην προσπάθειά μας να κάνουμε ποιοτικό θέατρο. Μάλιστα, αυτές τις ημέρες συμμετέχουμε σε  Φεστιβάλ στη Μόσχα, με την ταινία μικρού μήκους “Γράμματα στη Γερμανία”, με θέμα τη μετανάστευση και την απώλεια, σε σενάριο της Τούλας Μπούτου και σκηνοθεσία του Αντώνη Μποσκοΐτη».

Λίγο πριν πατήσω το κόκκινο κουμπί της “λήξης” στην οθόνη του πιστού συνεργάτη μου (βλ.“καταγραφέα φωνής”), κι ενώ η στάθμη στα φλιτζάνια του καφέ έχει ήδη αγγίξει το κατώτερο στρώμα, πιάνω τον εαυτό μου να βγάζει από το σεντούκι των ερωτήσεων, άλλη μία, που “σπρώχνει” με μανία το μέσα μου για να διεκδικήσει την έξοδό της στο φως.

Το 1981 συμπρωταγωνίστησε με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, στην ταινία “Κορόιδο, Ρωμιέ” . Μήπως εμείς είμαστε σαν λαός κορόιδα, αφού επιτρέπουμε καθημερινά να παίζουν την ζωή μας κορώνα-γράμματα;

«Κορόιδα δεν είμαστε, αλλά κάνουμε τα κορόιδα και αφήνουμε τον εαυτό μας να πείθεται από τις υποσχέσεις των “κούφιων” και ατάλαντων πολιτικών. Κατά βάθος είμαστε ένας πανέξυπνος λαός! Απόδειξη, ότι όσοι βγαίνουν έξω, διαπρέπουν! Στη NASA, σαν καθηγητές σε μεγάλα πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία, παντού! Απλώς είμαστε αφελείς και λίγο “χύμα”. Τα αφήνουμε όλα στην άκρη, γι’αργότερα. “Α, δεν βαριέσαι!”, λέμε, κι είμαστε μόνο φωνή. Τα λέμε στο καφενείο και μεταξύ μας, αλλά στην πράξη δεν κάνουμε τίποτε! Έχουμε χάσει την αγωνιστικότητά μας. Ωστόσο, κάποια στιγμή θα σηκώσουμε κεφάλι, αλλά δεν ξέρω πότε θα συμβεί αυτό. Ελπίζω να μην αργήσει πολύ…».


Η ώρα έχει φτάσει πια νωρίς το απόγευμα, κι αφού ετοιμάζω τα πράγματά μου για να βγω ξανά έξω, σε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, ο Κεφαλλονίτης ηθοποιός –ο οποίος πρόκειται σύντομα να εκδώσει και το πρώτο του αυτοβιογραφικό βιβλίο “Το οδοιπορικό ενός κωμωδού” από τον εκδοτικό οίκο “Εν Τύποις”– με ξεναγεί στο χώρο του θεάτρου, που αποτελεί πλέον το δεύτερο σπίτι του. 

Εκεί, όπου στις 21 Οκτωβρίου θα κάνει πρεμιέρα η παράσταση “Αναπάντεχες κλήσεις”, της Τούλας Μπούτου, σε σκηνοθεσία Χάρη Γεωργιάδη, κι αμέσως μετά θα ακολουθήσουν τα έργα “Ένα ζευγάρι παπούτσια”, του Κλωντ Μανιέ –το οποίο θα σκηνοθετήσει ο φίλος του, ο Γιάννης Μόρτζος– ο μονόλογος “Τα ρολόγια της ζωής μου” –που έπαιζε για τρία χρόνια και παλαιότερα– και συγχρόνως θα ανέβει κι ένα έργο για παιδιά, με τον τίτλο “Αριστοφάνης ο Έλληνας”, το οποίο θα είναι ένα παζλ από πέντε κωμωδίες του Αριστοφάνη.


Περπατώ πλέον έξω στο δρόμο, και σκέφτομαι όλα όσα ειπώθηκαν τις τελευταίες ώρες μεταξύ εμού και ενός ανθρώπου που φέρει στις αποσκευές του την ευτυχία να  ασκεί για πάρα πολλά χρόνια, μέρα και νύχτα, αυτό που κάνει την ψυχή του να χαμογελά όσο τίποτε άλλο. Ένας άνθρωπος που λατρεύει τον γιο του τον Σωτήρη, που δεν χάνει ποτέ το κουράγιο του, που έχει βιώσει δυνατές συγκινήσεις, κι έχει γευτεί την ικανοποίηση του να κονταροχτυπιέσαι με τον μαυροφορεμένο άνδρα και να βγαίνεις νικητής..! Ένας άνθρωπος που τα έχει όλα.

…όλα, εκτός από έναν ρόλο στην Επίδαυρο. Όχι ακόμη τουλάχιστον. Γιατί τελικά, όταν κάποιος αγαπά με όλο του το Είναι αυτό, στο οποίο έχει επιλέξει να αφιερώσει τη ζωή του, κι αν κάποτε τον έκοβε στα δυο ένα νοερό σπαθί, κάθε του κύτταρο θα ανέβλυζε ακλόνητη επιθυμία και δίψα να πραγματοποιήσει μέχρι την ύστατη στιγμή, το μεγαλύτερό του όνειρο, τότε δεν θα αργήσει να έρθει η ημέρα, που η μοίρα θα βρει τον τρόπο να τον ανταμείψει..! 

…και κάπου στον ορίζοντα αρχίζει πλέον να αχνοφαίνεται η δυτική πλαγιά του Κυνορτίου όρους…



Πηγή φωτογραφιών: Προσωπικό αρχείο Μανώλη Δεστούνη, Βίκυ Καλοφωτιά

Φωτ.3: Ο Μανώλης Δεστούνης σε ηλικία 28 ετών.

Φωτ.5: Στιγμιότυπο από τον ρόλο του "Μπόζο".

Φωτ.7: Από τη συμμετοχή του στην ταινία "Ξύπνα Βασίλη" (1969).

Φωτ.8: Σε νεαρή ηλικία, υποδυόμενος τον "Οιδίποδα". 

Φωτ.9: Ο λατρεμένος του δάσκαλος, Μίμης Φωτόπουλος.

Φωτ.11: Στιγμιότυπο μαζί με την Τούλα Μπούτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου