Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

«Έρωτας στη Βαρκελώνη» – Μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς έρωτα;



Η ταινία Έρωτας στη Βαρκελώνη λειτουργεί ως αφορμή για ένα βαθύτερο ερώτημα: τι απομένει από έναν γάμο όταν ο έρωτας ξεθωριάσει; Μπορεί μια σχέση να επιβιώσει μόνο με συνήθεια, συμβάσεις και υποχωρήσεις; Και κυρίως, γίνεται να υπάρξει ζωή χωρίς έρωτα ή απλώς μαθαίνουμε να ζούμε με την απουσία του;


Η ταινία και η υπόθεση

Ο Έρωτας στη Βαρκελώνη παρακολουθεί την Εύα, μια γυναίκα γύρω στα 50, παντρεμένη πάνω από 20 χρόνια, με δύο έφηβα παιδιά. Ζει μια «κανονική» ζωή: δουλειά, οικογένεια, υποχρεώσεις, μια ήρεμη καθημερινότητα που όμως έχει χάσει τη σπίθα. Σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Ρώμη γνωρίζει τον Άλεξ, έναν Αργεντινό σεναριογράφο. Η έλξη είναι άμεση, σχεδόν σωματική, αλλά πιο βαθιά: ξυπνά μέσα της κάτι που νόμιζε πως έχει σβήσει για πάντα. Οι «πεταλούδες στο στομάχι» λειτουργούν σαν βίαιη υπενθύμιση ότι ο έρωτας δεν είναι προνόμιο των εικοσάρηδων. Επιστρέφοντας στη Βαρκελώνη, η Εύα δεν μπορεί να ξαναχωρέσει εύκολα στη ζωή που είχε. Το ερώτημα δεν είναι απλώς «με ποιον θα είναι», αλλά «ποια θέλει να είναι η ίδια».


Η σκηνοθεσία: άνθρωποι της διπλανής πόρτας

Η σκηνοθεσία εστιάζει στις ανθρώπινες σχέσεις, στη λεπτή, σχεδόν αόρατη κλωστή που ενώνει ή απομακρύνει τους ανθρώπους. Οι χαρακτήρες είναι απόλυτα αναγνωρίσιμοι: ζευγάρια που θα μπορούσαν να μένουν στο διπλανό διαμέρισμα, άνθρωποι που παλεύουν με τις ίδιες σιωπές, τις ίδιες ανασφάλειες, τις ίδιες ανείπωτες προσδοκίες. Η ταύτιση έρχεται αβίαστα, γιατί η ταινία δεν υπερβάλλει· απλώς παρατηρεί.

 Δεν υπάρχει εξιδανίκευση, ούτε μελοδραματικές εξάρσεις· αντιθέτως, μικρές, λεπτές σκηνές: βλέμματα που χάνονται, σιωπές στο τραπέζι, μια αμηχανία στο κρεβάτι, μια ξαφνική λάμψη στο πρόσωπο όταν μπαίνει στη ζωή της ο Άλεξ. Αυτή η απλότητα κάνει την ταύτιση σχεδόν αναπόφευκτη: η ταινία δεν «παίζει» με τον θεατή, τον ξεγυμνώνει.


Μέσα από την ιστορία της Εύας, η ταινία ανοίγει το μεγάλο θέμα: γίνεται ζωή χωρίς έρωτα; Μετά από είκοσι χρόνια γάμου, βλέπουμε μια σχέση που στέκει πια κυρίως πάνω σε συνήθεια, ευθύνη, οικογένεια, πρακτικά καθήκοντα. Υπάρχει αγάπη, ναι, αλλά ο έρωτας έχει θαμπώσει. Και εδώ η ταινία είναι σκληρά ειλικρινής: μια σχέση μπορεί να συνεχίσει μόνο με αγάπη, αλλά τότε κινδυνεύει να γίνει συμβόλαιο, όχι ζωντανός οργανισμός. Μπορεί να συνεχίσει μόνο με συμβάσεις και υποχωρήσεις, αλλά το τίμημα είναι η εσωτερική ερήμωση.


Νοήματα: το τέλμα στον γάμο και η ανάγκη για έρωτα

Η ταινία ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: Τι σκοτώνει τον έρωτα;

Η ρουτίνα, η έλλειψη επικοινωνίας, η απώλεια προσωπικής ταυτότητας, η παραίτηση, η βεβαιότητα ότι «ο άλλος θα είναι πάντα εκεί». Το τέλμα δεν έρχεται από μια μεγάλη προδοσία, αλλά από χιλιάδες μικρές παραλείψεις.

Και τότε γεννιέται το ερώτημα: Μπορεί ένας γάμος να συνεχίσει μόνο με αγάπη;

Η αγάπη είναι θεμέλιο, αλλά όχι πάντα αρκετή. Χωρίς επιθυμία, χωρίς θαυμασμό, χωρίς την αίσθηση ότι ο άλλος εξακολουθεί να μας συγκινεί, η σχέση μετατρέπεται σε συμβίωση. Και η συμβίωση, όσο τίμια κι αν είναι, δεν αρκεί για να κρατήσει ζωντανή μια καρδιά.


Τι λένε οι φιλόσοφοι για τον έρωτα

Από φιλοσοφική σκοπιά, ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως «μπόνους»· είναι υπαρξιακό αίτημα. Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας είναι κίνηση προς το ωραίο, προς κάτι που μας υπερβαίνει· αν η ζωή παγώσει, σταματά και αυτή η κίνηση. Ο Αριστοτέλης ξεχώριζε τη φιλία-συμβίωση από τη σχέση που εμπεριέχει θαυμασμό, χαρά, κοινή πράξη ζωής. Στον γάμο, η αγάπη χωρίς επιθυμία μπορεί να κρατήσει τη δομή, αλλά όχι την ένταση. Ο Σαρτρ θα έλεγε ότι χωρίς επιθυμία ο άλλος γίνεται «έπιπλο», μέρος του σκηνικού, όχι ερωτικός Άλλος. Και ο Κίρκεγκωρ θα σου ψιθύριζε ότι ο έρωτας δεν είναι συναίσθημα που «μας συμβαίνει» αλλά επιλογή που ανανεώνεται ή εγκαταλείπεται κάθε μέρα.


Η ταινία δεν δίνει εύκολες απαντήσεις 

Δεν λέει «χώρισε» ούτε «μείνε». Δείχνει όμως καθαρά πως όταν μια σχέση ζει μόνο από συμβάσεις, φόβους και υποχωρήσεις, κάποιος μέσα της αρχίζει σιγά σιγά να εξαφανίζεται. Η Εύα είναι το πρόσωπο όλων όσων αναρωτιούνται αν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν ξανά τον έρωτα, μετά τα πενήντα, μετά τα παιδιά, μετά τα «πρέπει». Και η ταινία, χωρίς να το φωνάζει, αφήνει να εννοηθεί πως η πραγματική προδοσία ίσως δεν είναι απέναντι στον άλλον, αλλά απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, όταν παραιτούμαστε από την επιθυμία.

Η ταινία θέτει  το ερώτήμα. Μπορείς να επιβιώσεις χωρίς έρωτα; 

Ναι. Αλλά μπορείς να ζήσεις πραγματικά; Εκεί η απάντηση γίνεται πιο δύσκολη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου