Ένα χάρτινο ταξίδι στη Κωνσταντινούπολη του 1953. Μια νεαρή γυναίκα γοητεύεται απ’ το αιρετικό πνεύμα ενός τριαντάχρονου καθηγητή και λογοτέχνη αλλά και εκείνος από το απαιτητικό μυαλό της. Ένας δυνατός έρωτας γεννιέται. Η σιωπή καθώς και τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στο Παρίσι μπαίνουν ανάμεσά τους. Τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55 αλλάζουν ριζικά τη ζωή τους.Η μνήμη πονά σαν ανοιχτό τραύμα. Έρωτες ανατρέπονται, αποφάσεις αλλάζουν, πεποιθήσεις κλονίζονται, ενώ ένας βίαιος και ατυχής γάμος οδηγεί τη Σμαρώ στην εξαφάνιση.Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά ο γιος της, Μηνάς Βογιατζόγλου, αναζητά τα ίχνη της. Οι εκδόσεις Μίνωας και το βιβλιοπωλείο «Το θέμα» σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Δέσποινας Χατζή "Σμαρώ: Από τον Βόσπορο στον Σηκουάνα ", την Τετάρτη 5 Ιουλίου. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Κυριακή Χαριτάκη, δημιουργός και διαχειρίστρια του Singleparent.gr, ο Πάνος Τουρλής, βιβλιοκριτικός, και η συγγραφέας. Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Ιωάννα Κόχειλα-Νουλέλλη, ηθοποιός Φιλολάου 62, Παγκράτι ώρα 20.00 Ελεύθερη είσοδος
Πάνω στο γραφείο βρίσκεται μια στοίβα από παλιά βιβλία με
εξώφυλλα στις αποχρώσεις του μπεζ, του κόκκινου, του καφέ και του γκρι. Λίγα
εκατοστά πιο πέρα, λευκά χαρτιά, ένα λεξικό, ένα ζευγάρι γυαλιά. Και σε θέση
δεσπόζουσα, στο κέντρο της δρύινης επιφάνειας εκπέμπει αχνά το τεχνητό της φως
η “μήτρα” που κυοφορεί τις λέξεις ή αλλιώς ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Λέξεις, οι οποίες αποτυπώνονται με μαύρο μελάνι στην οθόνη και από εκεί
κατευθείαν στην καρδιά των αναγνωστών. Το βλέμμα μου περιπλανιέται τριγύρω.
Από κάθε γωνιά μοιάζει να μου κλείνουν το μάτι χάρτινοι ήρωες που έχουν πάρει
μέχρι στιγμής ζωή από την ξεχωριστή πένα της. Μυρωδιά από ρόφημα τριαντάφυλλο
ανακατεμένο με κανέλα έρχεται από την ανοιχτή πόρτα κι εγώ πιάνω τον εαυτό μου
να ρίχνει κλεφτές ματιές σε αναμνηστικές φωτογραφίες στον τοίχο, τετράδια με
ζωγραφιές στα ράφια και το κουκλίστικο σερβίτσιο για τσάι που βρίσκεται στο
τραπεζάκι δίπλα μου.
“Αυτή
τη φορά θα σε υποδεχτώ στο γραφείο μου, εκεί όπου κάθομαι και γράφω με τις
ώρες, εκεί όπου ονειρεύομαι και είναι το καταφύγιό μου”, μου
είχε πει στο τηλέφωνο πριν από λίγες ημέρες, όταν μιλήσαμε για να κανονίσουμε
την ακριβή ημερομηνία και ώρα της συνέντευξης με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Ακόμη θυμάμαι”. Η Ελένη Γαληνού, η συγγραφέας με καταγωγή από τη Λέσβο, που θυμάται ακόμη τα παιδικά καλοκαίρια στη
θάλασσα του νησιού, τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα, τις ανέμελες βόλτες στην
πλατεία Σαπφούς, στην προκυμαία της Μυτιλήνης, αλλά και στα δρομάκια της αγαπημένης της Ερεσού, όπου
βρίσκεται μέχρι και σήμερα το πατρικό της. Είναι εκείνη, που μέσα από την ιστορία του κοριτσιού με τα
ξανθά μαλλιά και το χάρισμα να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, μας ωθεί να κάνουμε
ένα ταξίδι στο χρόνο “φυσώντας” τη σκόνη που εδώ και χρόνια κάλυπτε σαν
σκοτεινός μανδύας, την πίστη μας στην
αγάπη, στο όνειρο, στο να ανακαλύπτουμε τη δύναμη που φωλιάζει
μέσα μας. Αρκεί να το θέλουμε.
Σε έναν παραδοσιακό δίσκο με μπρούντζινα σκαλίσματα φέρνει
τοποθετημένα με μεράκι τα φλιτζάνια μας με το αχνιστό ρόφημα τριαντάφυλλο,
ασημένια κουταλάκια και πολύχρωμα πιατάκια για τα κάθε λογής γλυκίσματα που
συνοδεύουν το αφέψημά μας. “Είναι κάτι που το λάτρευα από μικρή, να
παίζω με τα κουζινικά και να φτιάχνω γλυκά και λιχουδιές για τις κούκλες μου
και αργότερα για τους ανθρώπους που αγαπώ”, ακούγεται να καταθέτει η φωνή
της. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η μεταξύ μας κουβέντα…
Συνέντευξη
στη Βίκυ Καλοφωτιά
Το πρώτο που τη ρωτάω, είναι το τι είναι αυτό που πυροδότησε μέσα της την επιθυμία να
ενσταλάξει ζωή στους χαρακτήρες του τρίτου κατά σειρά βιβλίου της, με τον τίτλο
“Ακόμη θυμάμαι”;
«Ήθελα καταρχάς να γράψω μια ιστορία αγάπης, που θα έκανε τους
αναγνώστες κλείνοντας τα μάτια και πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο, σε άλλη εποχή,
να φιλοσοφήσουν, να σκεφτούν, να ονειρευτούν, να αφυπνίσουν μέσα τους το
ρομαντισμό, την ευαισθησία, τη δύναμη που κρύβει μέσα του ο κάθε άνθρωπος
και την οποία χρειάζεται να ανακαλύψει για να πάει τη ζωή του ένα βήμα
παραπέρα. Όλα αυτά δηλαδή, τα οποία σήμερα “πετρώνουμε” τρέχοντας όλη την ημέρα
σε δουλειές, υποχρεώσεις και αντιμετωπίζοντας κάθε είδους βάσανα. Αν καταφέρω, λοιπόν να τον κάνει να νιώσει όλα αυτά τα
συναισθήματα και να πει ότι “ναι, τελικά υπάρχουν κι αυτά τα πράγματα στη ζωή”,
τότε πιστεύω ότι θα έχω εκπληρώσει το σκοπό που είχα στο μυαλό μου, όταν έγραφα
αυτό το μυθιστόρημα.
»Παράλληλα, ήθελα
να μιλήσω και να αναπτύξω έναν προβληματισμό για ξεχωριστές δυνάμεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι κάποιες φορές, όπως
είναι για παράδειγμα η ενόραση, το χάρισμα του να παίρνεις τον πόνο ή οι
διάφορες ενεργειακές θεραπείες, που ιδίως τη δεδομένη χρονική στιγμή, έχουν
μπει αρκετά στη ζωή μας. Έτσι, σκέφτηκα, ότι αν το έγραφα στο σήμερα, θα έπρεπε
να τοποθετήσω αυτό το κομμάτι της θεραπείας σε μια άλλη λογική βασισμένη ίσως
σε κάποια μεταφυσική θεωρία, οπότε
πηγαίνοντάς το πίσω στο χρόνο –όταν δεν υπήρχαν όλα αυτά– θα μπορούσα να το
εντάξω στο κομμάτι του θρύλου αφήνοντας τον καθένα να το δει όπως θέλει. Να σταθεί και να το επεξεργαστεί ή απλά να
το προσπεράσει βλέποντάς το σαν παραμύθι, όπως το αποκαλεί άλλωστε και η
ίδια η καλόγρια που αφηγείται την ιστορία».
Όση ώρα μου μιλάει, έχω στα χέρια μου το βιβλίο, το οποίο στάθηκε πιστός
μου φίλος όλο το προηγούμενο διάστημα. Ακόμη θυμάμαι πόσες ώρες χανόμουν στις
σελίδες του και όση κι αν ήταν η κούραση στο τέλος της ημέρας, εξανεμιζόταν
μονομιάς. Σε μια από αυτές, οι λέξεις που κοσμούν το περιεχόμενό της, μου ψιθύρισαν πως “…όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν,
κάποια πράγματα έχουν τον τρόπο να παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του
χρόνου…”. Ένα από αυτά είναι και το
στοιχείο της πίστης, που απλώνεται σαν φωτεινό πέπλο πάνω από εικόνες,
σκέψεις και συναισθήματα που παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τη δράση των
ξεχωριστών αυτών γυναικών, οι οποίες διαμορφώνουν την πλοκή της ιστορίας.
«Τα πάντα στη
ζωή μας είναι πίστη! Η πίστη όχι μόνο προς το Θεό, αλλά και σε ένα σκοπό,
σε μια ιδέα, σε ένα όραμα. Η πίστη είναι
αυτή που ενεργοποιεί τα πάντα. Η
πίστη και η αγάπη. Η αγάπη που σε δένει με τους ανθρώπους γύρω σου, η αγάπη
που έρχεται και μετά τον έρωτα, η αγάπη που έχει η Χάρις –η κεντρική ηρωίδα του
βιβλίου– ακόμη και για το σκυλί της. Και αυτό το ίδιο της το χάρισμα, το να
απορροφά δηλαδή τον πόνο με ένα και μόνο άγγιγμά της, κι αυτό στην πίστη
στηρίζεται. Με την πίστη έλκεται και με την πίστη απωθείται. Και όταν κάποια
στιγμή εκείνη χάνει το χάρισμά της, το χάνει επειδή έπαψε να πιστεύει σε αυτό.
Για να επανέλθει το χάρισμα, αρκεί μόνο να επανέλθει η πίστη. Αλλά και χωρίς
αυτό, εκείνη συνεχίζει και αγωνίζεται με όπλο της την αγάπη. Και η αγάπη έχει πολύ μεγάλη δύναμη. Είναι η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη στο
Σύμπαν».
Σαν
άνθρωπος, που στη μάχη μεταξύ αγάπης και λογικής πάντοτε τάσσομαι υπέρ της
πρώτης, δεν χρειάζομαι παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο της ώρας για να
επιβεβαιώσω του λόγου το αληθές με ένα νεύμα μου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που
μοιράζεται μαζί μου αυτά τα λόγια. Κι αμέσως μετά, τη σκυτάλη παίρνει η επόμενή
μου ερώτηση. Το “μοναστήρι στον βράχο”,
όπου ζουν οι πέντε μοναχές της ιστορίας, θεωρείται κακορίζικο και στοιχειωμένο.
Το ξανθό κορίτσι με το χάρισμα αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Προλήψεις,
δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις. Μέχρι ποιο βαθμό τους επιτρέπουμε σήμερα να
υφαίνουν με το σκουρόχρωμο “νήμα” τους, τον ιστό της ζωής μας;
«Η
μόρφωση αποβάλλει την προκατάληψη και σε κάνει να βλέπεις τα πάντα με πιο
στοχαστικό μάτι. Υπάρχουν όμως ακόμη πολλοί άνθρωποι που έχουν αρκετό φόβο
για το άγνωστο και όλα εκείνα τα πράγματα που τα θεωρούν “σκοτεινά”. Από τη μια
μεριά θέλουν να τα προσεγγίσουν και από την άλλη θέλουν να κρατήσουν μια
απόσταση. Είναι δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να τα αντιμετωπίσει και να τα
διαχειριστεί, όπως εκείνος κρίνει σωστό για τον εαυτό του. Ακόμη και οι ίδιες οι μοναχές της ιστορίας –η Δομινίκη, η
Μαρία, η Χρυσοστόμη, η Ορθοδοξία και η Αικατερίνη– οι οποίες καθοδηγούνται
να μορφώνονται, σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία δεν μορφώνονταν εύκολα
οι γυναίκες, ακόμη κι αν δεν πιστεύουν
σε κάτι, έχουν όμως τη θέληση να το σεβαστούν και να το κατανοήσουν ψάχνοντας
μέσα τους με τη βοήθεια της μόρφωσης. Έτσι σταματούν να φοβούνται καταστάσεις
που δεν μπορούν να ερμηνεύσουν με τη λογική, όπως για παράδειγμα το χάρισμα του
νεαρού κοριτσιού. Η ίδια η ηγουμένη μάλιστα λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου
ότι: “Ακόμη κι αν δεν μπορώ να εξηγήσω αυτό που συμβαίνει, μπορώ όμως να το προστατεύσω, γιατί δεν βλέπω κάτι κακό μέσα σε
όλο αυτό”.
Δυο
γυναίκες, η μοναχή Δομινίκη και η Πέρσα, μια απλοϊκή γυναίκα που μένει
στο χωριό έχοντας κι εκείνη το δικό της χάρισμα, εμφανίζονται σε αρκετά σημεία
του μυθιστορήματος και συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Τι ενσαρκώνουν οι δυο αυτές φιγούρες;
«Η μία εκπροσωπεί τη θρησκεία με την
παραδοσιακή της μορφή και η άλλη τη θρησκεία με τη σύγχρονη μορφή και τις προεκτάσεις
της. Είναι τα δύο αντίθετα αλλά συγχρόνως και τα δύο αλληλοσυμπληρούμενα, γιατί
οι θρησκείες δεν είναι διαφορετικές,
εμείς οι άνθρωποι τις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά. Ο Θεός είναι ένας. Εμείς του αλλάζουμε όνομα και υπόσταση και τον
τοποθετούμε εκεί, όπου μπορούμε να τον κατανοήσουμε. Ο Θεός, όμως είναι τα πάντα. Όσο
πιο πολύ προσπαθείς να τον εξηγήσεις, τόσο περισσότερο τον περιορίζεις»,
μου απαντά σπέρνοντας το σπόρο για να σκεφτεί αργότερα ο καθένας μας ποια είναι
τα όρια που βάζουμε κατά καιρούς στην απεραντοσύνη της πίστης.
Σημαντικό
ρόλο στην πορεία όλων μας διαδραματίζει και ο έρωτας, η δύναμη της
αληθινής αγάπης που ενεργοποιεί το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας και μας
ωθεί στο να επαναπροσδιορίζουμε το τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε από τη
ζωή. Έναν τέτοιο έρωτα βιώνει και η Χάρις. Ωστόσο, κάποια στιγμή αναγκάζεται να
επιλέξει μεταξύ του έρωτα που μεταμορφώνει, και της δύναμης που πηγάζει από το
χάρισμά της. Αξίζει να θυσιάζουμε αυτό
που είμαστε, θαμπωμένοι από το εκτυφλωτικό φως της αληθινής αγάπης;
«Όταν
εισέλθει στην καρδιά σου ο έρωτας, ξεχνάς τα πάντα. Είναι κάτι απόλυτα
συγκλονιστικό, το οποίο μπορείς να καταλάβεις μόνο όταν το ζήσεις. Τότε μόνο
είσαι σε θέση να διαπιστώσεις σε τι περιπέτειες μπορεί να σε βάλει, πόσες φορές
μπορεί να σε κάνει να αναθεωρήσεις, πόσο χαμηλά μπορεί να σε φτάσει ή πόσο πολύ
μπορεί να σε εξυψώσει. Άνθρωπος που δεν
ερωτεύτηκε, δεν έζησε! Επομένως, και βέβαια αξίζει! Η Χάρις το πίστευε το
χάρισμά της και το υπηρέτησε μέχρι που μπήκε στη ζωή της αυτή ακριβώς η ανώτερη
δύναμη, ο έρωτας και η αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις στο Σύμπαν. Ο καθένας έχει στη ζωή το δικαίωμα της
ελεύθερης βούλησης. Ωστόσο, ποτέ δεν το απαρνιέται το χάρισμά της αυτό,
απλά από ένα σημείο κι έπειτα το υπηρετεί με άλλη μορφή. Εξακολουθεί να βοηθάει τους ανθρώπους έστω και με τα δυο απλά της χέρια
πλέον, αψηφά τους κινδύνους και τις κακουχίες και τρέχει να συνδράμει και στο
μέτωπο του πολέμου. Πάντα να προσφέρει, να ανακουφίσει, να συμπαρασταθεί,
όπως και όπου μπορεί».
Το
απόγευμα έχει πια παραχωρήσει τη θέση του στο βράδυ, την ώρα που ο ουρανός
ετοιμάζεται να υποδεχτεί το φεγγάρι, το οποίο καθώς περνούν τα λεπτά, γεμίζει
με τη χαρακτηριστική χρυσαφένια του μπογιά. Εκείνη τη στιγμη περνάει από το μυαλό μου άλλο ένα σημείο του βιβλίου, όπου διάβασα πως “η μεγαλύτερη μάχη του ανθρώπου είναι το να φτάσει να
εκπληρώσει το έργο του, για ό,τι είναι ταγμένος ο καθένας μας”. Πόση δύναμη χρειάζεται να διαθέτει κανείς για να
συνεχίζει ακάθεκτος την αποστολή του, όταν τα πάντα και όλοι γύρω του
δοκιμάζουν συνεχώς την πίστη του σε αυτήν;
«Πιστεύω
ότι τη μοίρα σου πρέπει να την
ανακαλύψεις, να την αντέξεις και να την εκπληρώσεις. Όλοι οι άνθρωποι έχουν να εκπληρώσουν έναν υψηλό σκοπό για τον οποίο
ίσως τελικά και να αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς λίγο παραπάνω προκειμένου να τον
φτάσει μέχρι το τέλος. Ο ίδιος σου ο εαυτός γνωρίζει πολύ καλά αυτό που
θέλει πραγματικά να κάνει, αρκεί να αφουγκράζεσαι τις ανάγκες του. Αν όμως
κάπου στην πορεία, το μέσα σου σου λέει να εκπληρώσεις κάτι άλλο, κάνεις στροφή
και κάνεις κάτι άλλο. Μερικές φορές βλέπουμε έναν σκοπό και χρειάζεται να
παραμείνουμε πιστοί σε αυτόν, ενώ άλλες πάλι φορές πρέπει ίσως να αλλάξουμε
δρόμο. Ο σκοπός στη ζωή μας δεν είναι πάντα ένας. Δεν είναι η μοίρα εκείνη που θα έρθει και θα σε κινήσει σαν πιόνι, λέγοντάς σου ότι
τώρα πρέπει να κάνεις αυτό ή το άλλο. Πρέπει
εσύ να αντέξεις να το κάνεις με τη βοήθεια της ελεύθερης βούλησης. Σε
περίπτωση που τα γύρω-γύρω αρχίζουν να “ροκανίζουν” αυτό που πας να φτιάξεις,
πρέπει να δυναμώσεις την πίστη σου. Μερικές φορές μάλιστα είναι ακριβώς οι δοκιμασίες, αυτές που κινούν τα νήματα
και που έρχονται ακριβώς για να δυναμώσει η πίστη σου».
Ένα
μεγάλο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται το 1940, στην καρδιά του πολέμου.
Είναι η εποχή που ο άνθρωπος έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τη δύναμη της
αγάπης. Ισχύει το ίδιο και σήμερα,
λαμβάνοντας υπ’όψιν την παγωμένη ανάσα που στρέφει πάνω μας η πολύπλευρη κρίση;
«Δυστυχώς ούτε την αγάπη, ούτε την
ανθρωπιά μας υπηρετούμε πλέον σωστά παρόλο που βλέπουμε ότι όλοι μας θέλουμε να
έχουμε δίπλα μας δείγματα ανθρωπιάς, όσο συχνότερα γίνεται»,
τονίζει και η φωνή της χαμηλώνει, καθώς χρωματίζεται από συγκίνηση και όλα όσα
φέρνουν μαζί τους οι αναμνήσεις από τις
πρόσφατες επισκέψεις της στο νησί της, τη
Λέσβο, εκεί όπου όπως μου εκμυστηρεύεται, “ξεβράζονται καθημερινά θαλασσοδαρμένοι άνθρωποι στη στεριά με την
ελπίδα μιας καλύτερης ζωής να καθρεφτίζεται στα μάτια τους”. Παρά τις
κακουχίες. Παρά την ταλαιπωρία. “Κι όλοι
οι ντόπιοι τρέχουν να τους βοηθήσουν, δεν μπορείς να φανταστείς τι έκαναν οι
άνθρωποι από το νησί για να τους βοηθήσουν όλον αυτόν τον καιρό. Δεν χάνεται η ανθρωπιά μας, αλλά να, έπρεπε
να συμβεί κάτι τόσο συγκλονιστικό σαν αυτό, για να ξυπνήσει ξανά!”.
Άνθρωποι
που έχουν την ικανότητα να βλέπουν μέσα στην ψυχή του διπλανού τους και να του
εκφράζουν την αλήθεια που βλέπουν
και αισθάνονται, αντιμετωπίζονται σήμερα αρκετά συχνά, με σκεπτικισμό και
καχυποψία. “...με
φώναζαν μάγισσα, επειδή μπορούσα να βλέπω στις ψυχές τους, επειδή τους έλεγα
αυτά που ένιωθαν. Δεν τους άρεσαν. Τους τρόμαζε η ίδια τους η αλήθεια”, αφηγείται μια από τις μοναχές. Έχουμε στις μέρες μας τα “κότσια” να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια;
«Είναι γεγονός ότι δεν μας
αρέσει πολύ να ακούμε την αλήθεια. Ούτε από τους ανθρώπους δίπλα μας, αλλά
ούτε και από εκείνους που ενδεχομένως είναι προικισμένοι με κάποιο χάρισμα για
να μπορούν να το πράττουν. Όλα όμως είναι σχετικά, αν τα παρατηρείς χωρίς
να βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Για παράδειγμα, αν επισκεφθείς το Άγιο
Όρος και συναντήσεις έναν καλόψυχο παππούλη, όπως ήταν ο γέροντας Παΐσιος, ας πούμε, που
έχει ενόραση και σου αποκαλύπτει προφητείες, ξαφνικά τον αγιοποιείς. Επομένως
εξαρτάται και πώς θα το δούμε κι εμείς όλο αυτό. “Είχε μεγάλη δύναμη να βλέπει μακριά και μέσα σου”, έτσι μου έχουν
πει φίλοι μου που είχαν την τύχη να τον συναντήσουν.
»Τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν αυτά που πολλές φορές μαρτυρούν
τα μάτια μας, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να τα εκφράσουμε με λόγια, όπως την
ενοχή ή το φόβο μας. Αυτά βέβαια δεν χρειάζεται να είσαι φωτισμένος για να
τα δεις, απλά λίγο να έχεις τη διάθεση να τα προσέξεις και να τα αφουγκραστείς
μέσα σου. Λίγο να ανοίξεις την καρδιά
σου και να νιώσεις τι εκπέμπει ο άλλος. Και πάντοτε νιώθεις, αν αυτά που
εκείνος σου λέει, είναι αληθινά. Το λένε κι αυτό τα μάτια του. Γι’αυτό
υποστήριζαν παλιά πως “άνθρωπο που δεν κοιτάει στα μάτια, να μην τον
εμπιστεύεσαι”. Ακόμη θυμάμαι τα λόγια της μητέρας μου πάνω σε αυτό: “ Άνθρωπος που κοιτάει τα πλάγια να μην τον
εμπιστεύεσαι”…».
Η τελευταία
γουλιά από το ρόφημα τριαντάφυλλο έχει εδώ και πολλή ώρα κυκλοφορήσει στις
φλέβες μου και μαζί με την επίδραση που έχουν στην καρδιά μου όλα όσα ειπώθηκαν
μέσα σε αυτές τις ώρες, δημιουργείται μέσα μου η αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά.
Για όλους μας. Όλα θα αλλάξουν και κάθε
μας βήμα θα μας οδηγήσει στο να εκπληρώσει ο καθένας τη μοίρα του. Απλά λίγο να έχει κανείς τη διάθεση να αφουγκραστεί.
Το μέσα του. Τον διπλανό του. Τη μοίρα του.
Την καρδιά του. Και τότε όλα θα
πάρουν το δρόμο τους.
…και κάποιες
φορές, αφορμή για να ξυπνήσουν μέσα σου όλα αυτά, μπορεί να σταθεί έστω ένα και μόνο βιβλίο, που
θα βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο μονοπάτι σου καλώντας σε να αποκρυπτογραφήσεις τα πολύτιμα
μηνύματα που μεταφέρει. Γραμμένο από μια γυναίκα, που μέσα από το μελάνι της πένας της μιλάει τη
γλώσσα της αλήθειας και που όσο υψηλό κι αν είναι τις περισσότερες φορές αυτό
το τίμημα, δεν την φοβίζει, γιατί έχει μάθει από μικρή να μην “κοιτάει ποτέ τα πλάγια…”
*Το βιβλίο
της Ελένης Γαληνού, “Ακόμη
θυμάμαι”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις
Μίνωας.
Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν έχοντας στο πίσω μέρος του
μυαλού τους να παρουσιάσουν μια ωραιοποιημένη εικόνα των ηρώων και κατ’επέκταση
του εαυτού τους, η οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα.
Σελίδες γεμάτες λέξεις χωρίς την παραμικρή υποψία “τσαλακώματος”. Γυάλινος
κόσμος στριμωγμένος σε ένα κομμάτι χαρτί. Χωρίς ψυχή. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι
οι άνθρωποι που παίρνουν τις λέξεις από το χέρι και ξεκινούν μαζί τους ταξίδια
μακρινά. Στη χώρα της αλήθειας. Μία από αυτούς και η συγγραφέας, Χριστίνα Πομόνη, η οποία μέσα από τις
σελίδες του βιβλίου της “Σιωπή σαν
Όρκος”, δεν διστάζει να “εκτεθεί”,
όπως λέει στη μεταξύ μας κουβέντα, και να πει πράγματα που “δεν μπόρεσε να πει τη στιγμή που έπρεπε ή πράγματα που είχε πει λάθος
ή σε λάθος ανθρώπους”. Έτσι ακριβώς, όπως κάνουν οι αυθεντικοί άνθρωποι. Άλλωστε
“αν
κάτι το πιστεύεις με την ψυχή σου δεν σκέφτεσαι ότι πιθανόν εκτίθεσαι, γιατί
συμμετέχεις με ψυχή, μυαλό και σώμα”, συμπληρώνει. Και πραγματικά “δεν μπορείς να λειτουργήσεις αλλιώς”, αν
το ζητούμενό σου είναι να ανακαλύψεις την αλήθεια. Περπατώντας στο μονοπάτι
της…
Συνέντευξη
στη Βίκυ Καλοφωτιά
“Σιωπή
σαν Όρκος”, ο τίτλος
της πρώτης σας γραπτής κατάθεσης, που διαδραματίζεται με φόντο τα Κύθηρα.
Ωστόσο, στη ζωή χρειάζεται κάποιες φορές να παραβαίνουμε αυτόν τον όρκο. Σε
ποιες περιπτώσεις τελικά “η σιωπή δεν είναι χρυσός”;
Είναι τεράστιο στοίχημα να μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό
που ξέρεις ότι η αποκάλυψή του θα πληγώσει κάποιον δικό σου. Θα πρέπει να είσαι
σίγουρος πως αυτός είναι ο σωστός δρόμος. Και εφόσον το αποδέχτηκες από την
πρώτη στιγμή που το έμαθες, με οποιονδήποτε τρόπο, ηθελημένα ή αθέλητα, η επιλογή
να το κρατήσεις, σημαίνει ότι ενστερνίζεσαι τη σοβαρότητα της ενδεχομένης
αποκάλυψης. Αν ήμουν στη θέση της Βασιλικής, θα έπραττα ό,τι έπραξε. Ωστόσο,
στη ζωή δεν υπάρχει απολυτότητα ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε. Υπάρχει όμως η
συνέπεια προς τον εαυτό μας και τους γύρω μας.
Ποιες
εμπειρίες, βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα συναντήθηκαν στο σταυροδρόμι του
νου σας, για να μεταφέρετε στο χαρτί το μυθιστόρημά σας;
Το πρώτο μου μυθιστόρημα είναι κατά ένα πολύ μεγάλο
ποσοστό βιωματικό. Είχα την ανάγκη να καταγράψω προσωπικά μου βιώματα μέσα από
τους ήρωές μου και να πω πράγματα που δεν μπόρεσα να πω τη στιγμή που έπρεπε ή
πράγματα που είχα πει λάθος ή σε λάθος ανθρώπους. Εκτέθηκα, αλλά δεν μετανιώνω
γι’αυτό. Πιστεύω ότι όποιος συγγραφέας γράφει με την ψυχή του, έχει την ανάγκη
να βάλει κομμάτια δικά του, βιώματα και εμπειρίες του μέσα στα βιβλία του. Δεν
λειτουργείς αλλιώς. Δεν μπορείς να λειτουργήσεις αλλιώς.
Σπουδάσατε
οικονομικά κι όμως σας κέρδισε η συγγραφή. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι το να
“σκαλίζετε” λέξεις στον λευκό καμβά των σελίδων, είναι αυτό που σας εκφράζει
πραγματικά;
Το ανακάλυψα πολύ νωρίς, από τα παιδικά μου χρόνια.
Φυσικά, η τότε γραφή με τη σημερινή δεν έχουν καμία σχέση, ωστόσο πάντοτε
κουβαλούσα μαζί μου χαρτί και μολύβι για να σημειώνω οτιδήποτε μου προκαλούσε
έστω και το ελάχιστο συναισθηματικό ερέθισμα. Οικονομικά σπούδασα πολύ
συνειδητά, θεωρώ την τεχνοκρατική μου φύση, ευλογία, γιατί μου επιτρέπει να
είμαι πειθαρχημένη σε κάποια πράγματα όπως, για παράδειγμα, στις ώρες που
πρέπει να αφιερώνω καθημερινά στο γράψιμο.
Υπάρχει
μέσα σας κάποιο συναίσθημα που κυριαρχεί, την ώρα που γράφετε;
Πολλά συναισθήματα. Ένταση, ηρεμία, θυμός, δίλημμα,
ανάλογα με το τι γράφω. Συνήθως έχω αγωνία να προλάβω να μεταφέρω τη σκέψη μου
στα πλήκτρα του υπολογιστή. Σκέφτομαι πολλά πράγματα ταυτόχρονα σε σχέση με τη
σκηνή που γράφω κάθε φορά, προς τα πού θέλω να πάω, ποιος είναι ο καλύτερος
τρόπος να το εκφράσω ώστε να το μεταδώσω στον αναγνώστη, και αυτό είναι
κουραστικό, αλλά και λυτρωτικό συνάμα.
Όλοι
οι ήρωες της ιστορίας σας παλεύουν για την αλήθεια. Άλλοι για την αποκάλυψη και
άλλοι για τη συγκάλυψή της. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σήμερα έχουμε την τόλμη
να αντικρίσουμε την αλήθεια κατάματα ή προτιμούμε να ζούμε εθελοτυφλώντας;
Η αλήθεια είναι δύσκολος δρόμος. Συχνά, δειλιάζουμε να
παραδεχτούμε πράγματα που μας αφορούν και προτιμούμε να εμφανιζόμαστε σαν
κάποιοι άλλοι, επειδή έτσι θα θέλαμε να είμαστε. Φυσικά, η αλήθεια πάντοτε
βγαίνει στην επιφάνεια, για πόσο καιρό μπορεί να κρύβεται κανείς; Προσωπικά,
είμαι ίσως περισσότερο αληθινή απ’όσο χρειάζεται, πράγμα που, κάποιες
φορές,μου δημιουργεί πρόβλημα, με
ανθρώπους που δεν αντέχουν την αυθεντικότητα. Ωστόσο, είμαι εντάξει με τη
συνείδησή μου. Και επιλέγω να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους, οι οποίοι είναι
εξίσου καθαροί στις θέσεις τους.
“Όλα
παλεύονται, αν το θες, μα το να μην έχεις άνθρωπο δίπλα σου να μοιραστείς το
βάρος, είναι ασήκωτο. Δεν περνάει η ζωή με μοναξιά…”, διαβάζουμε ξεφυλλίζοντάς το. Κι όμως
σήμερα αρκετοί επιλέγουν τη μοναξιά κι ας πονάει. Γιατί θεωρείτε ότι συμβαίνει
αυτό;
Ξέρετε, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν δυσκολέψει πολύ. Οι
άνθρωποι φαίνεται να μην γνωρίζουν τι θέλουν από μια σχέση, από μια επαφή με
τον άλλον και, ενώ στην αρχή εμφανίζονται χειραφετημένοι και ξεκάθαροι για τα
θέλω τους, στην πορεία, όλο αυτό ξεφουσκώνει και αποδεικνύεται ψεύτικο.
Θεωρώ πως, αν κάποιος έχει πονέσει πολύ από μια τέτοια συμπεριφορά, επιλέγει
συνειδητά τη μοναξιά, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, αφενός για να επουλώσει
πληγές, αφετέρου επειδή όταν έχεις αγαπήσει πραγματικά, δεν μπορείς να πας έτσι
εύκολα στην επόμενη κατάσταση. Για εμένα, είναι ανήθικο να κουβαλάς μέσα σου
κάποιον και να ζεις με κάποιον άλλον από επιλογή.
Δύο
από τους πρωταγωνιστές, αφήνονται στη δίνη του έρωτά τους παρά τις διαφορές που
τους χωρίζουν. Κατά πόσο έχουμε στην εποχή μας το θάρρος να αψηφούμε όλα τα
εμπόδια, στο όνομα μιας πραγματικής αγάπης;
Κάποιοι ακόμα μπορούμε. Η αγάπη είναι τροφή της ψυχής,
κρατά τις ισορροπίες. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι σήμερα αρέσκονται στις
μεγαλοστομίες. Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω στην Αγάπη. Όποιος αγαπά πραγματικά,
δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Καμία θυσία.
Η
κεντρική σας ηρωίδα, η Έρρικα, είναι μια γυναίκα ατρόμητη και δυναμική, η οποία
τιθασεύει τα συναισθήματά της. Μήπως αυτοί οι άνθρωποι είναι τελικά πολύ πιο
ευάλωτοι από εκείνους που αφήνουν το συναίσθημα να τους καθορίζει;
Δεν ξέρω αν υπάρχει κανόνας. Οι άνθρωποι είμαστε πολλά
πράγματα ταυτόχρονα και μπορούμε να γίνουμε πολλά πράγματα κάτω από δεδομένες
συνθήκες. Έχω δει στον εαυτό μου πλευρές που δεν τις γνώριζα, επειδή
συγκεκριμένες καταστάσεις με έκαναν να σκεφτώ ή να φερθώ κάπως. Πάντως, είναι
βέβαιο πως όταν ελέγχεις τα συναισθήματά σου υπό το πρίσμα της δυναμικότητας
και της παγίδας ότι μπορείς όλα να τα διαχειριστείς, το ξέσπασμα είναι,
συνήθως, συγκλονιστικό. Δεν μπορεί ένα ον με ανθρώπινη υπόσταση να μην
επηρεάζεται από άσχημες καταστάσεις. Τότε, δεν μιλάμε για δυναμικότητα, αλλά για
αναισθησία.
Όπως
αναφέρετε σε κάποιο σημείο του βιβλίου, “είναι
μαγικός ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα πραγματοποιούνται. Μπορεί να τα
σκέφτεσαι χρόνια ολόκληρα, μα ναχρειαστεί μόνο μια στιγμή για να αποκτήσουν υπόσταση και σχήμα”. Ισχύει
αυτό για όλα τα όνειρα ή υπάρχουν και κάποια, που όσο κι αν τα προσπαθεί
κανείς, δεν ανθίζουν ποτέ;
Νομίζω πως ισχύει για τα όνειρα που πιστεύει κανείς. Αν
προσπαθείς χωρίς να συμμετέχει όλη σου η υπόσταση, τότε εκείνο το κομματάκι που
δεν συμμετέχει, είναι ικανό να σε αποτρέψει από το να κάνεις το τηλεφώνημα που
πρέπει ή να στείλεις το μήνυμα που πρέπει και να μην ολοκληρώσεις την
προσπάθεια σωστά. Αν κάτι το πιστεύεις με την ψυχή σου, θα κάνεις παραπάνω
απ’όσα μπορείς, χωρίς να σκέφτεσαι τον κόπο ή ότι πιθανόν εκτίθεσαι, γιατί
συμμετέχεις με ψυχή, μυαλό, σώμα, με όλο το σου το Είναι. Εκεί, νομίζω, είναι
ελάχιστες οι πιθανότητες αποτυχίας. Κρίνοντας από τον εαυτό μου.
Πώς
προκύπτουν μέσα σας οι ιδέες για να ξεκινήσετε να γράφετε μια ιστορία; Έχετε
ήδη σκεφτεί το θέμα για το επόμενο μυθιστόρημά σας;
Η αλήθεια είναι πως ξεκινώ λίγο στα τυφλά. Έχω πολλά
πράγματα μέσα μου που θέλω να πω, να μοιραστώ, να δώσω ερέθισμα στους
αναγνώστες και κάπου εκεί τα μπλέκω μέσα μου και προσπαθώ να τα πω σαν να μην
υπάρχει αύριο. Μετά, κάθομαι και κοιτάζω το ταβάνι και ξεκινώ από εκείνα που με
πονάνε βαθιά και πολύ. Έτσι έγινε με το “Σιωπή Σαν Όρκος”, έτσι γίνεται και με
το δεύτερο μυθιστόρημα που βρίσκεται στα μισά του δρόμου.
*Το βιβλίο της Χριστίνας
Πομόνη “Σιωπή Σαν Όρκος”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας.
“Η
ζωή μας θα ήταν μια απέραντη νύχτα εάν περιμέναμε με τα κλεφτοφάναρα των άλλων
να φωτίζεται ο δικός μας δρόμος. Καθένας από εμάς έχει τον δικό του ήλιο…”. Έτσι
λοιπόν κι εγώ αποφασίζω να χρησιμοποιήσω όσα σπίρτα έχουν απομείνει στην τσέπη μου
από τις ώρες, τους μήνες και τα χρόνια που περιπλανιέμαι στο “δάσος” και να ψιθυρίσω στο αυτί του ήλιου μου ότι έχει
έρθει η ώρα να φωτίσει ξανά. Έχει έρθει η ώρα ξεκινήσω το ταξίδι που
πάντοτε ανέβαλλα και τον χρειάζομαι να είναι δίπλα μου και λούζοντάς με, με τη
ζεστασιά του, να ρίξει παντού τις χρυσές του ακτίνες φωτίζοντας κάθε γωνιά του
δρόμου που περπατώ.
Αυτή τη φορά θα το πραγματοποιήσω αυτό το ταξίδι
μετατρέποντας μία προς μία τις σελίδες του βιβλίου “Αυτογνωσία-πρώτο μέλημα στη ζωή” του Γιώργου Δημόπουλου, σε σκαλοπάτια που θα με οδηγήσουν σε χώρες και
πολιτείες μακρινές, μέσα από δρόμους με τσουκνίδες και αγριόχορτα αλλά και με
τριαντάφυλλα, κρίνα και πολύχρωμες ανεμώνες. Γιατί κάπου εκεί έξω με περιμένει το ολόδικό μου ξέφωτο. Όπως τον καθένα…
Δεν χρειάζεται να βάλει κανείς πολλά στο σακίδιό του πριν
ξεκινήσει αυτό το ταξίδι στα ενδότερα για να ανακαλύψει και όλα όσα υπάρχουν
στον κόσμο έξω από τη γυάλα του μικρόκοσμού του. Χρειάζεται όμως πρώτα απ'όλα να βρει το θάρρος και τη δύναμη να κάνει το πρώτο
βήμα. Είναι δέκα τα βήματα που σου “απλώνουν το χέρι” για να ανακαλύψεις το
χρυσό νήμα που κρύβεται κάτω από αυτό που είναι ορατό με γυμνό μάτι και που
ακολουθώντας το θα βρεθείς σαν άλλος Κοντορεβιθούλης στον προορισμό σου. Εκεί που η καρδιά χτυπάει πιο δυνατά, πιο
έντονα και πιο μελωδικά και όπου επιτέλους εκτιμάς τη μοναδικότητά σου.
Δέκα βήματα των οποίων τα χνάρια ήταν δίπλα σου όλον αυτό
τον καιρό, όμως πάντα κάτι σε κρατούσε μακριά τους. Η δειλία σου, η έλλειψη
αυτοπεποίθησης, η τοποθέτηση σε θρόνο των σκουρόχρωμων σκέψεων, το αμετακίνητο
των αντιλήψεών σου. Ένα συνονθύλευμα
ξεθωριασμένων πλέον χρωμάτων που εσύ επέμενες να κρατάς στη ζωή μεταγγίζοντάς
τους δύναμη και την ίδια ακριβώς στιγμή πότιζες εσένα, στάλα-στάλα “νέκταρ” αυτό-εξόντωσης.
Πόσο μακριά νόμιζες ότι θα φτάσεις με τέτοιου είδους “καύσιμα”
στο εξουθενωμένο όχημά σου; Πού νόμιζες
ότι πηγαίνεις χωρίς η πυξίδα να δείχνει κάποιον προορισμό; Το σκέφτηκες
καλά να προχωράς και να προχωράς χωρίς να ξέρεις πού θες να πας; Ήθελες να φτάσεις κάπου βαδίζοντας σε νέα
μονοπάτια με τα παλιά σου παπούτσια και απορούσες γιατί, ενώ φαινόταν ότι απομακρυνόσουν
από τη βάση σου, εξακολουθούσες να βρίσκεσαι πάντοτε στο ίδιο σημείο. “Έβρεχε”
παντού δώρα, όμως εσύ κατόρθωνες να συγκεντρώσεις μόνο ψίχουλα. Ίσα-ίσα για να
θρέψεις τις ζοφερές σου σκέψεις που σε αποπροσανατόλιζαν και σε άφηναν κενό,
μόνο και λυπημένο να παρακολουθείς στην παγωνιά από μια γωνιά του δρόμου την
ευτυχία και το θρίαμβο των διπλανών σου. Σαν
το κοριτσάκι με τα σπίρτα, του παραμυθιού.
Ακόμη
όμως κι αυτό το κοριτσάκι κρατούσε στα χέρια του την εύθραυστη έστω φλόγα από
ένα βρεγμένο σπίρτο. Εύθραυστη
αλλά φώτιζε. Τόσο όσο χρειαζόταν για να αποφασίσει να ζεστάνει την καρδιά του
κοριτσιού και να ταΐσει πλέον τον εαυτό του με αγάπη, αυτοεκτίμηση, πίστη στο ότι η ζωή θα συμφιλιωθεί με τη
μοίρα και θα την πείσει να αλλάξει τα μελανά σημεία που έχει χαράξει στα
κιτάπια της και στη θέση τους να ζωγραφίσει λιβάδια, κήπους, βουνοπλαγιές και
μια θάλασσα καταγάλανη και γαλήνια. Και
κάπου-κάπου κάποιο κύμα, όχι όμως από εκείνα που σε βυθίζουν, αλλά από εκείνα
που σου δίνουν ένα δροσερό φιλί για να συνεχίσεις να κολυμπάς.
“Είσαι
ό,τι σκέφτεσαι”, διαβάζεις στις σελίδες του βιβλίου με τη
σταγόνα του νερού στο εξώφυλλο. Μια σταγόνα που διανύει ένα μικρό ταξίδι και
έρχεται αντιμέτωπη με τη βροχή και τον άνεμο μέχρι τη στιγμή που θα “φιλήσει” την
επιφάνεια του εδάφους και θα σχηματίσει ένα σμήνος από ομόκεντρους κύκλους γύρω
της. Ο άνεμος την αναγκάζει να αλλάξει
πολλές φορές τα σχέδιά της και να αναμετρηθεί με τα προσωπικά της “ζιζάνια”,
καθυστερώντας το “πάντρεμά” της με το χώμα. Φτάνει όμως στον προορισμό της
αυτή. Βρίσκει το δρόμο, όταν στην πορεία αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τα αυτιά
της για να ακούσει, τα μάτια της για να δει και την καρδιά της για να
αισθανθεί.
Ομόκεντροι κύκλοι γύρω από τον εαυτό της. Γιατί όλα
ξεκινούν και όλα καταλήγουν εκεί. Τότε, τώρα, μετά, πάντοτε. Δεν είναι σταγόνα σαν όλες τις άλλες, όχι.
Είναι σταγόνα με κότσια και τσαγανό και
θέλει να ζήσει! Να ζήσει θέλει! Νιώθοντας καλά με τον εαυτό της και με τις άλλες
σταγόνες γύρω της. Ξεχωριστές κι αυτές. Κάθε
σταγόνα είναι ξεχωριστή και όταν ανακαλύψει ότι ο ωκεανός σχηματίζεται από
πολλές μικρές σταγόνες μαζί, τότε είναι που η ευτυχία της χτυπά την πόρτα
και εγκαθίσταται για τα καλά στη ζωή της. Σταγόνα, όπως λέμε άνθρωπος που “εμπιστεύεται την κρίση του, την αντίληψή
του, τις ικανότητές του, την ανώτερη δύναμη εκεί ψηλά στον ουρανό”.
Εμπιστεύεται τη ζωή και “αποδέχεται πλέον τον εαυτό του”. Τον αληθινό του εαυτό, όχι
εκείνον που προσπαθεί να “φορέσει” στις καταστάσεις τα “καλά” τους, ενώ μπάζει
από παντού νερά, γιατί το σκαρί είναι σάπιο. Όχι αυτόν τον εαυτό. Τον άλλον. Τον εαυτό που “αποδέχεται και αγαπά όχι αυτό που νομίζει ότι θα ήθελε να είναι, αλλά
αυτό που είναι αυτήν τη στιγμή”.
Και όταν συμβεί αυτό, τότε το ταξίδι ξεκινάει από μόνο
του και τα βήματα δεν πρόκειται να κάνουν λάθος. Αλλά κι αν ακόμη κάποια στιγμή
κάνουν, δεν πειράζει. Ο ήλιος θα είναι εκεί για να φωτίσει το δρόμο μας. Ο ήλιος μέσα μας! Γιατί “καθέναςαπό εμάς έχει τον δικό του ήλιο…”. Φτάνει μόνο να του δώσει το σύνθημα για να κάνει αυτό που είναι
προορισμένος να κάνει: ΝΑ ΛΑΜΠΕΙ!
*Το βιβλίο του Γιώργου
Δημόπουλου, “Αυτογνωσία-πρώτο μέλημα
στη ζωή”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις
Μίνωας.
Προφίλ
Συγγραφέα:
Ο Γιώργος Δημόπουλος γεννήθηκε στον Ελαιώνα Διακοφτού.
Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη
Νευρολογία-Ψυχιατρική και στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο.
Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003.