Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Γαληνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Γαληνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Ελένη Γαληνού: “Έρχεται κάποτε η στιγμή που μετανιώνεις για όσα δεν είπες, την ώρα που έπρεπε να τα πεις”



Χτυπούν πιο ζωηρά οι δείκτες του ρολογιού κάθε φορά που μια καινούρια λέξη έρχεται στη ζωή και διεκδικεί θαρραλέα τη θέση της. Σαν να πρόκειται να αλλάξει ο κόσμος όλος, τη στιγμή που μια λέξη παλεύει να βγει από το κουκούλι της, γιατί έχει έρθει η ώρα να ακουστεί και να θριαμβεύσει. Αν πάψεις να στρέφεις την προσοχή σου σε ήχους γύρω σου, που σε αποσπούν από αυτά που συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια, τότε όλες εκείνες οι λέξεις που κρύβονταν κάτω από τη σκόνη, πίσω από ξεχασμένες γωνιές και κλειστά παραθυρόφυλλα, θα σου φανερώσουν μονομιάς τη φωνή και την ύπαρξή τους. Και αν βρεις κι εσύ την τόλμη να τις χαράξεις στο χαρτί ή να τις εκφράσεις με λόγια, θα ξεκινήσεις το πιο όμορφο και αληθινό ταξίδι απ’όλα. Εκείνο που σε οδηγεί εκεί όπου θα βρίσκεις πάντοτε, ό,τι κι αν συμβαίνει, το θάρρος να εκφράζεις όλα αυτά που σε φέρνουν κάθε ημέρα και πιο κοντά στον πραγματικό σου εαυτό και στα μεγαλύτερά σου όνειρα.

Κι όμως, υπάρχουν κι εκείνες οι λέξεις, που δεν τα καταφέρνουν ποτέ να γεννηθούν. Γιατί δείλιασες, γιατί ντράπηκες, γιατί φοβήθηκες. 

 
“Πάρα πολλά στη ζωή μας δεν γίνονται λέξεις. Κάποια τα παίρνει ο άνεμος και χάνονται, κάποια τα ψιθυρίζουμε και δεν τα ακούν αυτοί που πρέπει, και κάποια δεν τολμάμε καν να τα πούμε. Κι έρχεται κάποτε η στιγμή, που μετανιώνεις για όσα δεν είπες, την ώρα που έπρεπε να τα πεις”, ήταν κάποια από τα λόγια που μοιράστηκε μαζί μου πρόσφατα, η συγγραφέας, Ελένη Γαληνού, που αφιέρωσε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα σε όλες εκείνες τις λέξεις που μένουν κρυμμένες μέσα μας. Κρατώντας, λοιπόν στα χέρια της το “Όσα δεν έγιναν λέξεις”, μου μίλησε για τους ήρωες που εμφανίζονται στις σελίδες του, τη δύναμη της αλήθειας, τις φορές που η ζωή μας φέρνει στο δρόμο μας διλήμματα, το αν υπάρχουν αγάπες που διαρκούν για πάντα.

Και καθώς την άκουγα να εκφράζει τις σκέψεις της, σαν να άρχισε κάτι γύρω να αλλάζει, να ψιθυρίζει ότι έρχεται, ότι υφαίνεται από την αρχή, ότι επιστρέφει ακόμη πιο δυνατό για να συνεχίσει αυτό που κάποτε άφησε στη μέση. Και σιγά-σιγά σχηματίζεται δίπλα μας η μορφή του. Η μορφή τους. Είναι όλες εκείνες οι λέξεις που κάποτε δεν τα κατάφεραν να εμφανιστούν, και τώρα έρχονται

Έρχονται για να διεκδικήσουν μια δεύτερη ευκαιρία…

Συνέντευξη στη Βίκυ Καλοφωτιά
 
Άπειρες, λεπτοφυείς “χορδές” μαζί, ενώνουν τις μελωδίες τους για να ακουστεί παντού το τραγούδι, που ο καθένας μας κρύβει μέσα στην ψυχή του. Ποια από όλες αυτές τις “χορδές” είχατε σαν στόχο να αφυπνιστεί εντονότερα στους αναγνώστες καθώς γράφατε το νέο σας βιβλίο “Όσα δεν έγιναν λέξεις”;

Όταν ξεκινάω να γράψω ένα βιβλίο, σκοπός μου δεν είναι να μεταφέρω κάποιο ηθικό δίδαγμα αλλά να πω μια ενδιαφέρουσα ιστορία, περιγράφοντας τις ζωές των ανθρώπων, και μέσα από αυτήν την ιστορία να προκύψουν και ενδιαφέροντα πράγματα για συζήτηση. Άρα και σε αυτό το βιβλίο, ο πρωταρχικός σκοπός μου δεν ήταν να αφυπνίσω κάτι συγκεκριμένο. Ένα στοιχείο που ήθελα όμως να αναδείξω, είναι οι εμμονές που έχουμε μερικές φορές και τις οποίες καλό είναι να αποφεύγουμε. Βλέπει κανείς μέσα από την ιστορία των ηρώων, το τι τράβηξαν και τι έπαθαν, επειδή δεν μιλούσαν, επειδή κρύβονταν από τους άλλους κι από τον εαυτό τους, επειδή ήταν ανασφαλείς. Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι και στην πραγματική ζωή. Έτσι, αυτό το βιβλίο δεν έχει πολλές ζεστές “χορδές”, αλλά με όλο αυτό που συμβαίνει, ενεργοποιεί τη συγκίνηση. Κανένας δεν είναι ο κακός της ιστορίας. Ίσως, αν θα μπορούσα να περιγράψω το κεντρικό νόημα αυτού του βιβλίου, αυτό συνοψίζεται σε κάτι που αναφέρεται στο τέλος από μία από τις ηρωίδες –την Αιμιλία– ότι “για να γίνει το κακό δεν χρειάζεται να είναι κάποιος κακός και μοχθηρός άνθρωπος. Αρκεί να είναι αδύναμος”. Από αδυναμία μπορεί να γίνει ένα τεράστιο και ανεπανόρθωτο κακό…

Με ποιον από τους ήρωες που εμφανίζονται, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του, νιώθετε ότι ταυτίζεστε περισσότερο σαν χαρακτήρας;

Με κανέναν, διότι δεν νομίζω ότι έχω κάτι κοινό με τους ανθρώπους αυτούς που είναι ανασφαλείς. Μπορώ να μπω στη θέση τους αλλά σίγουρα δεν είμαι εγώ. Ποτέ δεν ήμουν τόσο καταθλιπτικός άνθρωπος, όσο ήταν ο πατέρας των δίδυμων κοριτσιών, ποτέ δεν ήμουν ένας άνθρωπος σαν την Ευανθία. Ίσως το μόνο πιο ανεξάρτητο και ελεύθερο πνεύμα σε αυτήν την ιστορία, που μπορώ να πω ότι μου μοιάζει περισσότερο, είναι ο Νάσος Σπάθης. Γενικότερα, όμως  όταν γράφω ένα βιβλίο, δεν περιγράφω εμένα. Πρέπει να εμπνευστώ άλλους ήρωες. Άρα και σε αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχει κάποιος ήρωας ακριβώς σαν εμένα, και δύσκολα θα συναντήσει κανείς χαρακτήρες σαν κι εμένα μέσα στα βιβλία μου

 
Σε κάποιο σημείο, ο Μάξιμος –ένας από τους πρωταγωνιστές– καλείται να πάρει μια απόφαση ζωής, κι έρχεται αντιμέτωπος με ένα ισχυρό δίλημμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδείκνυται να ακολουθεί κανείς το συναίσθημα ή τη λογική;

Καλά είναι να λες ότι θα ακολουθήσω τη λογική μου, γιατί η λογική υποτίθεται ότι έχει τα όριά της. Το συναίσθημα πολλές φορές είναι αχαλίνωτο και σε βγάζει και σε λάθη. Όμως, κακά τα ψέματα, όταν αφορά την καρδιά όλοι έχουμε κάνει ένα τεράστιο λάθος στις σχέσεις μας και στους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Τουλάχιστον, όμως όταν θα πρέπει να αποφασίσεις με την καρδιά, κοίτα να μην βαδίσεις σε έναν δρόμο ουτοπικό με την έννοια ότι αυτό που θέλεις πρέπει και να γίνεται. Γιατί αν αυτό που θέλεις δεν γίνεται, δεν έχει και νόημα να το παλέψεις. Θέλει να πάρει κανείς απόφαση στο δίλημμα. Καλώς ή κακώς πρέπει να επιλέξεις τι θα χάσεις και τι θα διεκδικήσεις. Και κοίτα αυτό που θα διεκδικήσεις να είναι και αυτό που θέλεις. Πρέπει να ξέρεις τι θέλεις…

Ροζαλία και Αιμιλία. Δυο γυναίκες που συνδέονται με έναν από τους πιο άρρηκτους δεσμούς. Αυτόν που μοιράζονται μεταξύ τους δυο αδέλφια. Υπάρχουν φορές που ακόμη κι αυτός ο δεσμός πληγώνεται ανεπανόρθωτα ή τελικά υπερισχύει πάντοτε το ότι “το αίμα νερό δεν γίνεται”;

Δεν είναι αγαπημένα όλα τα αδέρφια. Υπάρχουν αδέρφια που κυριολεκτικά σφάζονται για μισό κτήμα. Επομένως, κάποιες φορές το “αίμα γίνεται και νερό”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ συγκεκριμένοι οι λόγοι που τοποθετούν τις δυο ηρωίδες τόσο κοντά. Η σχέση τους δεν είναι φυσιολογική αλλά αρρωστημένη. Δεν είναι όλα τα δίδυμα αδέρφια τόσο “γαντζωμένα” το ένα από το άλλο, όπως είναι αυτές, τόσο ταυτισμένη η μία προσωπικότητα με την άλλη. Ας μην ξεχνάμε, όμως ότι είναι παιδιά διαλυμένων οικογενειών. Έχουν βιώσει την απόλυτη απαξίωση από έναν πατέρα που τις θεωρεί και υπεύθυνες για πράγματα για τα οποία δεν φταίνε εκείνες. Βιώνουν ένα πένθος, που δεν έχουν καταλάβει γιατί το βιώνουν. Απαγορεύεται να φωνάξουν, να χαρούν τα γενέθλιά τους, να πάνε σε άλλα σπίτια, και αυτό το βιώνουν καθημερινά. Επομένως, είναι λογικό να “γαντζωθεί” η μια από την άλλη. Το ίδιο κάνει και ένας άλλος ήρωας, ο Μάξιμος. Είναι, επίσης παιδί διαλυμένης οικογένειας, που αν δεν το μάζευε ο παππούς του να νιώσει λίγη ασφάλεια και αγάπη, θα ήταν ένα κατεστραμμένο παιδί. Αυτοί οι τρεις άνθρωποι, επίσης δένονται μεταξύ τους τόσο πολύ γιατί είναι ανασφαλείς. Αυτή η ανασφάλεια είναι που τους κάνει να πιαστούν χέρι-χέρι και να μην ξεκολλάνε ο ένας από τον άλλον

 
Πότε είναι προτιμότερο να αποσιωπά κανείς την αλήθεια; Ή μήπως, η αλήθεια, όσο κι αν πονά, πρέπει πάντοτε να αποκαλύπτεται;

Η αλήθεια κανονικά πρέπει να λέγεται, όσο σκληρή κι αν είναι. Ωστόσο, υπάρχουν πάρα πολλές φορές που είναι προτιμότερο να την κρύψεις. Υπάρχουν άνθρωποι, που αν είναι να τους κάνεις χειρότερα λέγοντάς τους την αλήθεια, καλύτερα να μην την πεις ποτέ, γιατί δεν την αντέχουν. Ή υπάρχουν άνθρωποι που ξέρεις πολύ καλά ότι δεν θέλουν να την ακούσουν. Κανονικά, όμως ένας σωστός άνθρωπος πρέπει να αντέχει και να ακούσει την αλήθεια αλλά και να την πει

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα γινόμαστε μάρτυρες μιας αγάπης, που διαρκεί για μια ζωή. Ευνοεί η εποχή μας την άνθιση μιας τέτοιου είδους αγάπης;

Όχι, γιατί αυτές οι αγάπες είναι μόνο μυθιστορηματικές. Οι αγάπες εκτός βιβλίων και ταινιών δεν κρατάνε για μια ζωή παρά μόνο αν οι άνθρωποι βρουν τις διαφορετικές “κλειδαριές”, οι οποίες θα είναι ικανές να ξεκλειδώνουν διαφορετικά κομμάτια του εαυτού τους, κάνοντάς τους να μπορούν και να τα δίνουν στον άλλον και ο άλλος να τα δέχεται. Αυτό, όμως είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οι άνθρωποι μπορεί απλά να συμβιβαστούν, να συμβιώνουν από ένα σημείο κι έπειτα αρμονικά, αλλά μεγάλες αγάπες δεν υπάρχουν, ούτε υπήρξαν πάρα πολλές στο παρελθόν. Οι πιο πολλές μεγάλες αγάπες είναι αυτές που έληξαν άδοξα και νωρίς και πέρασαν στην ιστορία. Ποτέ δεν μάθαμε τα σκοτεινά τους σημεία

“…το μόνο που ένιωθε σαν ανάγκη, ήταν η φυγή. Η φυγή απ’όλα και απ’όλους, όσο πιο μακριά μπορούσε. Τίποτα και κανέναν δεν ήθελε πια κοντά της…”, διαβάζουμε σε κάποιο σημείο. Από πού μπορεί να αντλήσει ένας άνθρωπος, δύναμη, και να μείνει σε μια δύσκολη κατάσταση για να παλέψει, όταν όλα γύρω του φωνάζουν “φύγε”;

Όταν όλα του φωνάζουν “φύγε”, τότε πρέπει να φύγει. Το να μείνεις δεν είναι πάντα μαγκιά, υπό την έννοια ότι τελικά πάλεψες και έμεινες. Σε τέτοιες περιπτώσεις το δύσκολο είναι το να βρεις τη δύναμη να φύγεις. Τη δύναμη την αντλείς πάνω απ’όλα από τον ίδιο σου τον εαυτό. Στηρίζεσαι στον εαυτό σου και μόνο. Αν έχεις παιδιά, συγγενείς, φίλους που μπορούν να σε στηρίξουν, είναι πολύ ωραίο αλλά για εμένα όλοι αυτοί αποτελούν ένα “δεκανίκι”. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες μας και συγχρόνως να μεταφράζουμε και τα σημάδια που λαμβάνουμε απ’έξω. Και στο συγκεκριμένο σημείο η ηρωίδα πρέπει να φύγει. Και αυτό ακριβώς κάνει

Μετά το “Όσα δεν έγιναν λέξεις”, πώς θα συνεχιστεί το ταξίδι σας, στα μονοπάτια της συγγραφής; 

Το επόμενο βιβλίο που θα επιλέξουμε με τον εκδότη μου ακροβατεί ανάμεσα σε δύο, τα οποία είναι ήδη ολοκληρωμένα, αλλά ακόμη δεν έχουμε αποφασίσει ποιο θα είναι. Το ένα μιλάει για την αλαζονεία του πλούτου και της δύναμης και τον υπέρμετρο εγωισμό, που συναντάμε κυρίως στους άνδρες, αν και συχνά συναντάμε και γυναίκες πολύ εγωίστριες. Πρόκειται για μια ιστορία με αρκετές ανατροπές, γρήγορη πλοκή και στην ουσία είναι ένα μεγάλο επιχειρηματικό κόλπο. Το άλλο είναι ένα καθαρά γυναικείο βιβλίο, που είναι σκόπιμα γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο αλλά στο οποίο ακολουθούμε μόνο τη ματιά της ηρωίδας. Όλοι οι ήρωές του νομίζουν κάτι διαφορετικό χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν πραγματικά τι έχει συμβεί, κι έτσι μέσα από την ιστορία αποδεικνύεται ότι τελικά πολλές φορές, το να νομίζεις δεν αρκεί. Πολλές φορές χτίζουμε στο μυαλό μας εικονικές πραγματικότητες από ανάγκη να έχουμε κάτι ιδανικό. Και είναι πάρα πολύ δύσκολο, όταν αυτό το ιδανικό, κάποια στιγμή απομυθοποιείται…

*Το βιβλίο της Ελένης Γαληνού με τον τίτλο “Όσα δεν έγιναν λέξεις”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Ελένη Γαληνού: “Τα πάντα στη ζωή μας είναι πίστη!”



Πάνω στο γραφείο βρίσκεται μια στοίβα από παλιά βιβλία με εξώφυλλα στις αποχρώσεις του μπεζ, του κόκκινου, του καφέ και του γκρι. Λίγα εκατοστά πιο πέρα, λευκά χαρτιά, ένα λεξικό, ένα ζευγάρι γυαλιά. Και σε θέση δεσπόζουσα, στο κέντρο της δρύινης επιφάνειας εκπέμπει αχνά το τεχνητό της φως η “μήτρα” που κυοφορεί τις λέξεις ή αλλιώς ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Λέξεις, οι οποίες αποτυπώνονται με μαύρο μελάνι στην οθόνη και από εκεί κατευθείαν στην καρδιά των αναγνωστών. Το βλέμμα μου περιπλανιέται τριγύρω. Από κάθε γωνιά μοιάζει να μου κλείνουν το μάτι χάρτινοι ήρωες που έχουν πάρει μέχρι στιγμής ζωή από την ξεχωριστή πένα της. Μυρωδιά από ρόφημα τριαντάφυλλο ανακατεμένο με κανέλα έρχεται από την ανοιχτή πόρτα κι εγώ πιάνω τον εαυτό μου να ρίχνει κλεφτές ματιές σε αναμνηστικές φωτογραφίες στον τοίχο, τετράδια με ζωγραφιές στα ράφια και το κουκλίστικο σερβίτσιο για τσάι που βρίσκεται στο τραπεζάκι δίπλα μου. 

“Αυτή τη φορά θα σε υποδεχτώ στο γραφείο μου, εκεί όπου κάθομαι και γράφω με τις ώρες, εκεί όπου ονειρεύομαι και είναι το καταφύγιό μου”, μου είχε πει στο τηλέφωνο πριν από λίγες ημέρες, όταν μιλήσαμε για να κανονίσουμε την ακριβή ημερομηνία και ώρα της συνέντευξης με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος “Ακόμη θυμάμαι”. Η Ελένη Γαληνού, η συγγραφέας με καταγωγή από τη Λέσβο, που θυμάται ακόμη τα παιδικά καλοκαίρια στη θάλασσα του νησιού, τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα, τις ανέμελες βόλτες στην πλατεία Σαπφούς, στην προκυμαία της Μυτιλήνης, αλλά και στα δρομάκια της αγαπημένης της Ερεσού, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα το πατρικό της. Είναι εκείνη, που μέσα από την ιστορία του κοριτσιού με τα ξανθά μαλλιά και το χάρισμα να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο, μας ωθεί να κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο “φυσώντας” τη σκόνη που εδώ και χρόνια κάλυπτε σαν σκοτεινός μανδύας, την πίστη μας στην αγάπη, στο όνειρο, στο να ανακαλύπτουμε τη δύναμη που φωλιάζει μέσα μας. Αρκεί να το θέλουμε. 

Σε έναν παραδοσιακό δίσκο με μπρούντζινα σκαλίσματα φέρνει τοποθετημένα με μεράκι τα φλιτζάνια μας με το αχνιστό ρόφημα τριαντάφυλλο, ασημένια κουταλάκια και πολύχρωμα πιατάκια για τα κάθε λογής γλυκίσματα που συνοδεύουν το αφέψημά μας. “Είναι κάτι που το λάτρευα από μικρή, να παίζω με τα κουζινικά και να φτιάχνω γλυκά και λιχουδιές για τις κούκλες μου και αργότερα για τους ανθρώπους που αγαπώ”, ακούγεται να καταθέτει η φωνή της. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η μεταξύ μας κουβέντα…

Συνέντευξη στη Βίκυ Καλοφωτιά

Το πρώτο που τη ρωτάω, είναι το τι είναι αυτό που πυροδότησε μέσα της την επιθυμία να ενσταλάξει ζωή στους χαρακτήρες του τρίτου κατά σειρά βιβλίου της, με τον τίτλο “Ακόμη θυμάμαι”;

«Ήθελα καταρχάς να γράψω μια ιστορία αγάπης, που θα έκανε τους αναγνώστες κλείνοντας τα μάτια και πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο, σε άλλη εποχή, να φιλοσοφήσουν, να σκεφτούν, να ονειρευτούν, να αφυπνίσουν μέσα τους το ρομαντισμό, την ευαισθησία, τη δύναμη που κρύβει μέσα του ο κάθε άνθρωπος και την οποία χρειάζεται να ανακαλύψει για να πάει τη ζωή του ένα βήμα παραπέρα. Όλα αυτά δηλαδή, τα οποία σήμερα “πετρώνουμε” τρέχοντας όλη την ημέρα σε δουλειές, υποχρεώσεις και αντιμετωπίζοντας κάθε είδους βάσανα. Αν καταφέρω, λοιπόν να τον κάνει να νιώσει όλα αυτά τα συναισθήματα και να πει ότι “ναι, τελικά υπάρχουν κι αυτά τα πράγματα στη ζωή”, τότε πιστεύω ότι θα έχω εκπληρώσει το σκοπό που είχα στο μυαλό μου, όταν έγραφα αυτό το μυθιστόρημα. 


»Παράλληλα, ήθελα να μιλήσω και να αναπτύξω έναν προβληματισμό για ξεχωριστές δυνάμεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι κάποιες φορές, όπως είναι για παράδειγμα η ενόραση, το χάρισμα του να παίρνεις τον πόνο ή οι διάφορες ενεργειακές θεραπείες, που ιδίως τη δεδομένη χρονική στιγμή, έχουν μπει αρκετά στη ζωή μας. Έτσι, σκέφτηκα, ότι αν το έγραφα στο σήμερα, θα έπρεπε να τοποθετήσω αυτό το κομμάτι της θεραπείας σε μια άλλη λογική βασισμένη ίσως σε κάποια μεταφυσική θεωρία, οπότε πηγαίνοντάς το πίσω στο χρόνο –όταν δεν υπήρχαν όλα αυτά– θα μπορούσα να το εντάξω στο κομμάτι του θρύλου αφήνοντας τον καθένα να το δει όπως θέλει. Να σταθεί και να το επεξεργαστεί ή απλά να το προσπεράσει βλέποντάς το σαν παραμύθι, όπως το αποκαλεί άλλωστε και η ίδια η καλόγρια που αφηγείται την ιστορία».

Όση ώρα μου μιλάει, έχω στα χέρια μου το βιβλίο, το οποίο στάθηκε πιστός μου φίλος όλο το προηγούμενο διάστημα. Ακόμη θυμάμαι πόσες ώρες χανόμουν στις σελίδες του και όση κι αν ήταν η κούραση στο τέλος της ημέρας, εξανεμιζόταν μονομιάς. Σε μια από αυτές, οι λέξεις που κοσμούν το περιεχόμενό της, μου ψιθύρισαν πως “…όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν, κάποια πράγματα έχουν τον τρόπο να παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου…”. Ένα από αυτά είναι και το στοιχείο της πίστης, που απλώνεται σαν φωτεινό πέπλο πάνω από εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τη δράση των ξεχωριστών αυτών γυναικών, οι οποίες διαμορφώνουν την πλοκή της ιστορίας.

«Τα πάντα στη ζωή μας είναι πίστη! Η πίστη όχι μόνο προς το Θεό, αλλά και σε ένα σκοπό, σε μια ιδέα, σε ένα όραμα. Η πίστη είναι αυτή που ενεργοποιεί τα πάντα. Η πίστη και η αγάπη. Η αγάπη που σε δένει με τους ανθρώπους γύρω σου, η αγάπη που έρχεται και μετά τον έρωτα, η αγάπη που έχει η Χάρις –η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου– ακόμη και για το σκυλί της. Και αυτό το ίδιο της το χάρισμα, το να απορροφά δηλαδή τον πόνο με ένα και μόνο άγγιγμά της, κι αυτό στην πίστη στηρίζεται. Με την πίστη έλκεται και με την πίστη απωθείται. Και όταν κάποια στιγμή εκείνη χάνει το χάρισμά της, το χάνει επειδή έπαψε να πιστεύει σε αυτό. Για να επανέλθει το χάρισμα, αρκεί μόνο να επανέλθει η πίστη. Αλλά και χωρίς αυτό, εκείνη συνεχίζει και αγωνίζεται με όπλο της την αγάπη. Και η αγάπη έχει πολύ μεγάλη δύναμη. Είναι η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη στο Σύμπαν»

Σαν άνθρωπος, που στη μάχη μεταξύ αγάπης και λογικής πάντοτε τάσσομαι υπέρ της πρώτης, δεν χρειάζομαι παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο της ώρας για να επιβεβαιώσω του λόγου το αληθές με ένα νεύμα μου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που μοιράζεται μαζί μου αυτά τα λόγια. Κι αμέσως μετά, τη σκυτάλη παίρνει η επόμενή μου ερώτηση. Το “μοναστήρι στον βράχο”, όπου ζουν οι πέντε μοναχές της ιστορίας, θεωρείται κακορίζικο και στοιχειωμένο. Το ξανθό κορίτσι με το χάρισμα αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις. Μέχρι ποιο βαθμό τους επιτρέπουμε σήμερα να υφαίνουν με το σκουρόχρωμο “νήμα” τους, τον ιστό της ζωής μας;

«Η μόρφωση αποβάλλει την προκατάληψη και σε κάνει να βλέπεις τα πάντα με πιο στοχαστικό μάτι. Υπάρχουν όμως ακόμη πολλοί άνθρωποι που έχουν αρκετό φόβο για το άγνωστο και όλα εκείνα τα πράγματα που τα θεωρούν “σκοτεινά”. Από τη μια μεριά θέλουν να τα προσεγγίσουν και από την άλλη θέλουν να κρατήσουν μια απόσταση. Είναι δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να τα αντιμετωπίσει και να τα διαχειριστεί, όπως εκείνος κρίνει σωστό για τον εαυτό του. Ακόμη και οι ίδιες οι μοναχές της ιστορίας –η Δομινίκη, η Μαρία, η Χρυσοστόμη, η Ορθοδοξία και η Αικατερίνη– οι οποίες καθοδηγούνται να μορφώνονται, σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία δεν μορφώνονταν εύκολα οι γυναίκες, ακόμη κι αν δεν πιστεύουν σε κάτι, έχουν όμως τη θέληση να το σεβαστούν και να το κατανοήσουν ψάχνοντας μέσα τους με τη βοήθεια της μόρφωσης. Έτσι σταματούν να φοβούνται καταστάσεις που δεν μπορούν να ερμηνεύσουν με τη λογική, όπως για παράδειγμα το χάρισμα του νεαρού κοριτσιού. Η ίδια η ηγουμένη μάλιστα λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου ότι: “Ακόμη κι αν δεν μπορώ να εξηγήσω αυτό που συμβαίνει, μπορώ όμως να το προστατεύσω, γιατί δεν βλέπω κάτι κακό μέσα σε όλο αυτό”

  
Δυο γυναίκες, η μοναχή Δομινίκη και η Πέρσα, μια απλοϊκή γυναίκα που μένει στο χωριό έχοντας κι εκείνη το δικό της χάρισμα, εμφανίζονται σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματος και συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Τι ενσαρκώνουν οι δυο αυτές φιγούρες;

«Η μία εκπροσωπεί τη θρησκεία με την παραδοσιακή της μορφή και η άλλη τη θρησκεία με τη σύγχρονη μορφή και τις προεκτάσεις της. Είναι τα δύο αντίθετα αλλά συγχρόνως και τα δύο αλληλοσυμπληρούμενα, γιατί οι θρησκείες δεν είναι διαφορετικές, εμείς οι άνθρωποι τις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά. Ο Θεός είναι ένας. Εμείς του αλλάζουμε όνομα και υπόσταση και τον τοποθετούμε εκεί, όπου μπορούμε να τον κατανοήσουμε. Ο Θεός, όμως είναι τα πάντα. Όσο πιο πολύ προσπαθείς να τον εξηγήσεις, τόσο περισσότερο τον περιορίζεις», μου απαντά σπέρνοντας το σπόρο για να σκεφτεί αργότερα ο καθένας μας ποια είναι τα όρια που βάζουμε κατά καιρούς στην απεραντοσύνη της πίστης.

Σημαντικό ρόλο στην πορεία όλων μας διαδραματίζει και ο έρωτας, η δύναμη της αληθινής αγάπης που ενεργοποιεί το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας και μας ωθεί στο να επαναπροσδιορίζουμε το τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε από τη ζωή. Έναν τέτοιο έρωτα βιώνει και η Χάρις. Ωστόσο, κάποια στιγμή αναγκάζεται να επιλέξει μεταξύ του έρωτα που μεταμορφώνει, και της δύναμης που πηγάζει από το χάρισμά της. Αξίζει να θυσιάζουμε αυτό που είμαστε, θαμπωμένοι από το εκτυφλωτικό φως της αληθινής αγάπης;

«Όταν εισέλθει στην καρδιά σου ο έρωτας, ξεχνάς τα πάντα. Είναι κάτι απόλυτα συγκλονιστικό, το οποίο μπορείς να καταλάβεις μόνο όταν το ζήσεις. Τότε μόνο είσαι σε θέση να διαπιστώσεις σε τι περιπέτειες μπορεί να σε βάλει, πόσες φορές μπορεί να σε κάνει να αναθεωρήσεις, πόσο χαμηλά μπορεί να σε φτάσει ή πόσο πολύ μπορεί να σε εξυψώσει. Άνθρωπος που δεν ερωτεύτηκε, δεν έζησε! Επομένως, και βέβαια αξίζει! Η Χάρις το πίστευε το χάρισμά της και το υπηρέτησε μέχρι που μπήκε στη ζωή της αυτή ακριβώς η ανώτερη δύναμη, ο έρωτας και η αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις στο Σύμπαν. Ο καθένας έχει στη ζωή το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης. Ωστόσο, ποτέ δεν το απαρνιέται το χάρισμά της αυτό, απλά από ένα σημείο κι έπειτα το υπηρετεί με άλλη μορφή. Εξακολουθεί να βοηθάει τους ανθρώπους έστω και με τα δυο απλά της χέρια πλέον, αψηφά τους κινδύνους και τις κακουχίες και τρέχει να συνδράμει και στο μέτωπο του πολέμου. Πάντα να προσφέρει, να ανακουφίσει, να συμπαρασταθεί, όπως και όπου μπορεί».

Το απόγευμα έχει πια παραχωρήσει τη θέση του στο βράδυ, την ώρα που ο ουρανός ετοιμάζεται να υποδεχτεί το φεγγάρι, το οποίο καθώς περνούν τα λεπτά, γεμίζει με τη χαρακτηριστική χρυσαφένια του μπογιά. Εκείνη τη στιγμη περνάει από το μυαλό μου άλλο ένα σημείο του βιβλίου, όπου διάβασα πως η μεγαλύτερη μάχη του ανθρώπου είναι το να φτάσει να εκπληρώσει το έργο του, για ό,τι είναι ταγμένος ο καθένας μας”. Πόση δύναμη χρειάζεται να διαθέτει κανείς για να συνεχίζει ακάθεκτος την αποστολή του, όταν τα πάντα και όλοι γύρω του δοκιμάζουν συνεχώς την πίστη του σε αυτήν;

«Πιστεύω ότι τη μοίρα σου πρέπει να την ανακαλύψεις, να την αντέξεις και να την εκπληρώσεις. Όλοι οι άνθρωποι έχουν να εκπληρώσουν έναν υψηλό σκοπό για τον οποίο ίσως τελικά και να αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς λίγο παραπάνω προκειμένου να τον φτάσει μέχρι το τέλος. Ο ίδιος σου ο εαυτός γνωρίζει πολύ καλά αυτό που θέλει πραγματικά να κάνει, αρκεί να αφουγκράζεσαι τις ανάγκες του. Αν όμως κάπου στην πορεία, το μέσα σου σου λέει να εκπληρώσεις κάτι άλλο, κάνεις στροφή και κάνεις κάτι άλλο. Μερικές φορές βλέπουμε έναν σκοπό και χρειάζεται να παραμείνουμε πιστοί σε αυτόν, ενώ άλλες πάλι φορές πρέπει ίσως να αλλάξουμε δρόμο. Ο σκοπός στη ζωή μας δεν είναι πάντα ένας. Δεν είναι η μοίρα εκείνη που θα έρθει και θα σε κινήσει σαν πιόνι, λέγοντάς σου ότι τώρα πρέπει να κάνεις αυτό ή το άλλο. Πρέπει εσύ να αντέξεις να το κάνεις με τη βοήθεια της ελεύθερης βούλησης. Σε περίπτωση που τα γύρω-γύρω αρχίζουν να “ροκανίζουν” αυτό που πας να φτιάξεις, πρέπει να δυναμώσεις την πίστη σου. Μερικές φορές μάλιστα είναι ακριβώς οι δοκιμασίες, αυτές που κινούν τα νήματα και που έρχονται ακριβώς για να δυναμώσει η πίστη σου»


Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται το 1940, στην καρδιά του πολέμου. Είναι η εποχή που ο άνθρωπος έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τη δύναμη της αγάπης. Ισχύει το ίδιο και σήμερα, λαμβάνοντας υπ’όψιν την παγωμένη ανάσα που στρέφει πάνω μας η πολύπλευρη κρίση;

«Δυστυχώς ούτε την αγάπη, ούτε την ανθρωπιά μας υπηρετούμε πλέον σωστά παρόλο που βλέπουμε ότι όλοι μας θέλουμε να έχουμε δίπλα μας δείγματα ανθρωπιάς, όσο συχνότερα γίνεται», τονίζει και η φωνή της χαμηλώνει, καθώς χρωματίζεται από συγκίνηση και όλα όσα φέρνουν μαζί τους οι αναμνήσεις από τις πρόσφατες επισκέψεις της στο νησί της, τη Λέσβο, εκεί όπου όπως μου εκμυστηρεύεται, “ξεβράζονται καθημερινά θαλασσοδαρμένοι άνθρωποι στη στεριά με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής να καθρεφτίζεται στα μάτια τους”. Παρά τις κακουχίες. Παρά την ταλαιπωρία. “Κι όλοι οι ντόπιοι τρέχουν να τους βοηθήσουν, δεν μπορείς να φανταστείς τι έκαναν οι άνθρωποι από το νησί για να τους βοηθήσουν όλον αυτόν τον καιρό. Δεν χάνεται η ανθρωπιά μας, αλλά να, έπρεπε να συμβεί κάτι τόσο συγκλονιστικό σαν αυτό, για να ξυπνήσει ξανά!”.

Άνθρωποι που έχουν την ικανότητα να βλέπουν μέσα στην ψυχή του διπλανού τους και να του εκφράζουν την αλήθεια που βλέπουν και αισθάνονται, αντιμετωπίζονται σήμερα αρκετά συχνά, με σκεπτικισμό και καχυποψία. “...με φώναζαν μάγισσα, επειδή μπορούσα να βλέπω στις ψυχές τους, επειδή τους έλεγα αυτά που ένιωθαν. Δεν τους άρεσαν. Τους τρόμαζε η ίδια τους η αλήθεια”, αφηγείται μια από τις μοναχές. Έχουμε στις μέρες μας τα “κότσια” να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια;

«Είναι γεγονός ότι δεν μας αρέσει πολύ να ακούμε την αλήθεια. Ούτε από τους ανθρώπους δίπλα μας, αλλά ούτε και από εκείνους που ενδεχομένως είναι προικισμένοι με κάποιο χάρισμα για να μπορούν να το πράττουν. Όλα όμως είναι σχετικά, αν τα παρατηρείς χωρίς να βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα. Για παράδειγμα, αν επισκεφθείς το Άγιο Όρος και συναντήσεις έναν καλόψυχο παππούλη, όπως ήταν ο γέροντας Παΐσιος, ας πούμε, που έχει ενόραση και σου αποκαλύπτει προφητείες, ξαφνικά τον αγιοποιείς. Επομένως εξαρτάται και πώς θα το δούμε κι εμείς όλο αυτό. “Είχε μεγάλη δύναμη να βλέπει μακριά και μέσα σου”, έτσι μου έχουν πει φίλοι μου που είχαν την τύχη να τον συναντήσουν.  


»Τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν αυτά που πολλές φορές μαρτυρούν τα μάτια μας, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη να τα εκφράσουμε με λόγια, όπως την ενοχή ή το φόβο μας. Αυτά βέβαια δεν χρειάζεται να είσαι φωτισμένος για να τα δεις, απλά λίγο να έχεις τη διάθεση να τα προσέξεις και να τα αφουγκραστείς μέσα σου. Λίγο να ανοίξεις την καρδιά σου και να νιώσεις τι εκπέμπει ο άλλος. Και πάντοτε νιώθεις, αν αυτά που εκείνος σου λέει, είναι αληθινά. Το λένε κι αυτό τα μάτια του. Γι’αυτό υποστήριζαν παλιά πως “άνθρωπο που δεν κοιτάει στα μάτια, να μην τον εμπιστεύεσαι”. Ακόμη θυμάμαι τα λόγια της μητέρας μου πάνω σε αυτό: “ Άνθρωπος που κοιτάει τα πλάγια να μην τον εμπιστεύεσαι”…».

Η τελευταία γουλιά από το ρόφημα τριαντάφυλλο έχει εδώ και πολλή ώρα κυκλοφορήσει στις φλέβες μου και μαζί με την επίδραση που έχουν στην καρδιά μου όλα όσα ειπώθηκαν μέσα σε αυτές τις ώρες, δημιουργείται μέσα μου η αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά. Για όλους μας. Όλα θα αλλάξουν και κάθε μας βήμα θα μας οδηγήσει στο να εκπληρώσει ο καθένας τη μοίρα του. Απλά λίγο να έχει κανείς τη διάθεση να αφουγκραστεί. Το μέσα του. Τον διπλανό του. Τη μοίρα του. Την καρδιά του. Και τότε όλα θα πάρουν το δρόμο τους.

…και κάποιες φορές, αφορμή για να ξυπνήσουν μέσα σου όλα αυτά, μπορεί να σταθεί έστω ένα και μόνο βιβλίο, που θα βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο μονοπάτι σου καλώντας σε να αποκρυπτογραφήσεις τα πολύτιμα μηνύματα που μεταφέρει. Γραμμένο από μια γυναίκα, που μέσα από το μελάνι της πένας της μιλάει τη γλώσσα της αλήθειας και που όσο υψηλό κι αν είναι τις περισσότερες φορές αυτό το τίμημα, δεν την φοβίζει, γιατί έχει μάθει από μικρή να μην κοιτάει ποτέ τα πλάγια…”



*Το βιβλίο της Ελένης Γαληνού, “Ακόμη θυμάμαι”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αναζητώντας τη χαμένη αθωότητα “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές”



Γράφει η Βίκυ Καλοφωτιά


Υπάρχουν παιδιά που αγωνίζονται μια ολόκληρη ζωή να εξασφαλίσουν μια αγκαλιά διαρκείας από τη μητέρα που τα γέννησε. Μεγαλώνουν με τη λαχτάρα να κουρνιάσουν
μέσα στα χέρια της και να βρουν τη ζεστασιά, το χάδι, την τρυφερότητα και τη θαλπωρή που μόνο μια μητέρα μπορεί να δώσει στο παιδί της. Κι όμως κάποιες φορές κάτι τέτοιο μοιάζει με άπιαστο όνειρο αν δεν είσαι διατεθειμένος να περάσεις “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές” για να ανακαλύψεις την πραγματική αιτία και να αντικρίσεις την αλήθεια χωρίς “δίχτυ ασφαλείας”. Από όποια πλευρά κι αν βρίσκεσαι.


“Συνάντησα” ένα τέτοιο παιδί στις σελίδες ενός βιβλίου, που μέσα από τα λόγια της συγγραφέως, Ελένης Γαληνού, τολμά να μιλήσει χωρίς υπεκφυγές για όλα εκείνα που τα “πολιτισμένα κουκουλώματα”, οι ανούσιοι καθωσπρεπισμοί, οι τακτικές υποκρισίας και η τάση μας να σπρώχνουμε αυτά που δεν μας συμφέρουν, κάτω από το χαλί, δεν μας αφήνουν να δούμε. Γιατί φοβόμαστε να μάθουμε, να αντιμετωπίσουμε και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Γιατί έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και να ρίχνουμε τις ευθύνες αλλού. Στην κοινωνία, στο γείτονα, στις άσχημες συναναστροφές, στην ίδια τη ζωή. Οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό παραβλέποντας εντελώς το προσωπικό μας μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση των περιστάσεων και των εκάστοτε συνθηκών που καθορίζουν το παρόν και το μέλλον μας.
 

“Ένα παιδί που λαχταρούσε να το πάρει η μαμά του αγκαλιά και να το σφίξει τόσο δυνατά μέχρι να ακούσει τα κόκαλά του να τρίζουν. Ήθελε τη μαμά του πίσω”. Ο Λύσανδρος ή μετέπειτα ο Λίο, όπως επέβαλλε στον περίγυρό του να τον αποκαλεί, αφού ποτέ δεν απέκτησε επίγνωση της δύναμής του. Το “λιγόστεμα” της αυτοεκτίμησης όσο μεγάλωνε, έγινε σταδιακά και “λιγόστεμα” του ονόματός του σπέρνοντας από νωρίς το μίσος και το φθόνο μέσα στην παιδική του ψυχή.




Το πρωτότοκο παιδί που βλέπει την μέχρι πρότινος “κυριαρχία” του εντός της οικογενειακής εστίας να παραγκωνίζεται μεγαλώνοντας έτσι μοιραία στη σκιά του νέου μέλους της οικογένειας. Ένα νέο μέλος που με τα παιδικά του μάτια, του κλέβει μέσα από τα χέρια την αγάπη και την αποκλειστικότητα της μητρικής φιγούρας κάνοντάς τον να ζητιανεύει ψίχουλα προσοχής και ενδιαφέροντος για να νιώσει υπαρκτή οντότητα. Κι έτσι σκαρφίζεται τρόπους να “κλέψει” λίγη αγάπη. Λίγη μόνο αγάπη για να αντέξει το πολύ της μοναξιάς και της απομόνωσης στο μικρόκοσμο του παιδικού του μυαλού.


Και το παιδί αυτό ενηλικιώθηκε. Και αποφάσισε να “ατσαλωθεί” εξωτερικά κατασκευάζοντας μια πανοπλία έτσι ώστε να κρύψει κάτω από αυτήν, την ευαισθησία και το ευάλωτο της
ύπαρξής του και καταφεύγοντας στην κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ, στο εύκολο χρήμα και τις πρόσκαιρες απολαύσεις για να γεμίσει το κενό μέσα του. Ένα κενό που δεν έλεγε να κλείσει παρά μόνο με το χάδι της μητέρας που τελικά δεν ήρθε ποτέ σε αφθονία. Πάντα με το σταγονόμετρο και πάντοτε στα πεταχτά λες και ήταν κάτι λαθραίο για το οποίο θα αναγκαζόταν κανείς να λογοδοτήσει σε ένα φανταστικό δικαστήριο. 


Από την άλλη πλευρά μια μάνα, η Φλώρα, στο επίκεντρο ενός ερωτικού τριγώνου με δυο άντρες να την αγαπούν ολοκληρωτικά, ο καθένας με τον τρόπο του παραπαίοντας ανάμεσα στην κυριαρχία του πάθους, της εξάρτησης και μιας αγάπης που αγγίζει τα όρια της εμμονής. Δυο άνδρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που όμως τους ενώνει μια αόρατη κλωστή, ένας “γόρδιος δεσμός” μέχρι την τελευταία τους πνοή. Η αγάπη για μια γυναίκα που γίνεται “κλοιός” γύρω από το σώμα τους και τους παγιδεύει με τη συγκατάθεσή τους σε έναν αέναο κύκλο αμοιβαίου συναισθηματικού λαβώματος.


Η μια απιστία διαδέχεται την άλλη, όταν η κτητικότητα παίρνει διαστάσεις που οδηγούν σε αγεφύρωτα χάσματα, ανθρώπους, που η μοίρα τους έφερε μαζί για να αγαπηθούν κι όμως αυτοί ασυνείδητα αλληλοεξοντώνονται. Μέχρι τη στιγμή που η άμμος της κλεψύδρας εξαντλείται και τότε η αποκάλυψη της αλήθειας δεν χωρά άλλη αναβολή. Όσο κι αν πονάει.


“…τα σκουρόχρωμα πλακάκια γέμισαν ακαριαία θρύψαλα, μικροσκοπικά κρυσταλλάκια που λαμπύριζαν στον απαλό φωτισμό σαν έναστρος νυχτερινός ουρανός…”.  


Κομματάκια που μπορεί να φεγγοβολούν στο σκοτάδι κι όμως κρύβουν μέσα τους πόνο και δάκρυ από πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ και στο παραμικρό φύσημα του ανέμου αιμορραγούν. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι την καρδιά σου σε χέρια που τρέμουν, λένε.
Κι όμως, όταν δεν έχεις μάθει ποτέ πώς είναι το να αγαπάς και να σε αγαπούν πραγματικά, αφήνεις όχι μόνο την καρδιά, αλλά και τη ζωή σου ολόκληρη στα χέρια ανθρώπων που δε διστάζουν να τη “βγάλουν στο σφυρί” και να καλύψουν έτσι τα δικά τους ανομολόγητα κενά με οποιοδήποτε κόστος. Έστω κι αν αυτό περιλαμβάνει το στήσιμο μιας απάτης στις πλάτες αθώων υπάρξεων που γίνονται έρμαια αφού κάποιος άλλος αποφασίζει για εκείνους. Χωρίς εκείνους.


Εύα και Κάρλος. Μια αγνή ψυχή πάντοτε έλκει εκείνους που παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες διαιωνίζοντας τραύματα που “σαπίζουν” μέσα τους από την παιδική τους ηλικία. “Μια ψυχή χτισμένη μέσα σε τσιμέντο” πάντοτε θαμπώνεται από τη λάμψη των κεριών που, ενώ οι άνεμοι που τις ταλανίζουν είναι μανιασμένοι, εκείνα στέκονται γενναία και την τελευταία στιγμή κατορθώνουν να κρατήσουν την εσωτερική  τους σπίθα αναμμένη. Ακόμη κι αν φοβούνται το σκοτάδι…


Η Χρύσα και ο Λύσανδρος. Η αξία της φιλίας και του συναισθηματικού δεσίματος δυο ανθρώπων που ενώ χίλιοι δυο λόγοι θα μπορούσαν να τους χωρίσουν, εκείνοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον σε οποιαδήποτε ψυχική “κακοκαιρία”. Ιδίως τότε. Γιατί ακόμη και ο “άνθρωπος-ακλόνητος βράχος”, έρχεται η στιγμή που φθείρεται από τις αμέτρητες φορές που “σκάει πάνω του το κύμα”. “Ακόμη και οι πιο δυνατοί λυγίζουν”, πέφτουν, χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους και είναι τότε που έχουν περισσότερο ανάγκη από ποτέ, να τους απλώσει κάποιος το χέρι του όπως δεν το έκανε κάποτε εκείνη. Η μητέρα. 

 

Χρειαζόμαστε τελικά ανθρώπους που σαν δεκανίκια μας υποβαστάζουν κι εμείς επαναπαυόμαστε παραμένοντας αδρανείς επ’αόριστον; Αξίζει να παραμερίζει κάποιος τον εαυτό του θυσιάζοντάς τον στο όνομα μιας αγάπης που ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει πραγματική; Και για πόσο; Με ποιο σκοπό;


Ο γνωστός αέρας του “κυρίαρχου” συνήθως δεν τροφοδοτείται με επαίνους, επιβραβεύσεις και “χάιδεμα των αυτιών”, αλλά με πόνο, “πολτοποίηση” της ευαισθησίας και χτυπήματα κάτω από τη μέση και άρα πρόκειται για έναν αέρα τεχνητό που χρησιμεύει ως άμυνα των δήθεν “ισχυρών”. 

 

Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι έστω κι έτσι, έστω και την ύστατη στιγμή, το κάθε παιδί του χθες βρίσκει το δρόμο για την αγκαλιά της μάνας που χρόνια αναζητούσε, όταν συνειδητά αποφασίζει να υπερβεί τις προσωπικές του κόκκινες γραμμές και να σπάσει τα όρια που μέχρι πρότινος τον κρατούσαν πίσω από τα αυτοσχέδια “σίδερα της φυλακής”, που χωρίς να το κατανοεί, έχτιζε όλα αυτά τα χρόνια.


Ίσως τελικά κάποιες φορές η αλήθεια να έγκειται ακριβώς εκεί: στο να αντλούμε το
θάρρος και την τόλμη να περνάμε “πέρα από τις κόκκινες γραμμές” βρίσκοντας ξανά τη χαμένη μας αθωότητα. Μέσα από ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια που κλείνουν μέσα τους τον κόσμο ολόκληρο. Τα μάτια ενός παιδιού…


Και είναι εκείνη η στιγμή που το παιδί του χθες “βγάζει από πάνω του σαν παλιωμένο ρούχο τη μοναξιά του και την πετάει”


Γιατί έχει βρει πλέον τον εαυτό του και την αγάπη που τόσο καιρό του έλειπε για να συνεχίσει να ονειρεύεται, να αναπνέει, να ζει…

  

*Το βιβλίο της Ελένης Γαληνού, “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας.