Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλαβρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλαβρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Η Καυλωνία με τα μοναδικά ψηφιδωτά και την μεγαλύτερη επιγραφή στην αχαϊκή διάλεκτο



Στην ανατολική ακτή της Καλαβρίας και κοντά στον σύγχρονο ιταλικό οικισμό Μοναστεράτσε Μαρίνα, βρίσκεται η αρχαία ελληνική πόλη Καυλωνία (ή Καυλών ή Αυλωνία). Μαζί με την γειτονική πόλη Κρότων, η Καυλωνία έγινε το κέντρο των Πυθαγορείων φιλοσόφων στη Μεγάλη Ελλάδα αλλά αργότερα καταστράφηκε εξαιτίας πολέμων. 


Η αρχαία πόλη ήταν κτισμένη γύρω από μια ακρόπολη στις πλαγιές ενός λόφου, ενώ στη κορυφή του λόφου πρέπει να υπήρχε τουλάχιστον ένας μικρός βωμός. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, η παράλια περιοχή περιστοιχιζόταν από ισχυρά αμυντικά τείχη με πύργους στην ξηρά.

Του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου

Αρχαιολογικός χώρος

Οι ανασκαφές που έγιναν κατά τον 20ο αιώνα στη περιοχή αποκάλυψαν την περίμετρο των τειχών της πόλης, οικίες της Ελληνιστικής περιόδου και πολλά νομίσματα που έκοψε η Καυλωνία. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε επίσης στο φως έναν αρχαίο ναό καθώς και σημαντικά ευρήματα από την ακρόπολη. 

Το ανασκαμμένο αρχαίο ιερό της πόλης κτίστηκε κατά το πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., κοντά στην ακτή, αλλά δεν είναι γνωστό σε ποια θεότητα ήταν αφιερωμένο. Ο ναός ήταν μάλλον περίπτερος και ο αριθμός των κιόνων δεν είναι γνωστός. Ήταν κτισμένος εξ ολοκλήρου από ασβεστόλιθο, ο οποίος προερχόταν μάλλον από τα σικελικά λατομεία των Συρακουσών. Η σκεπή ήταν από κεραμίδια, ενώ η εξωτερική επικάλυψη ήταν από τερακότα.

Στη Καυλωνία βρέθηκαν επίσης μοναδικής ομορφιάς ψηφιδωτά, όπως αυτό που απεικονίζει έναν δράκο και χρονολογείται στον τρίτο αιώνα π.Χ. Το εν λόγω ψηφιδωτό ανακαλύφθηκε το 1969 σε μια αρχαία οικία, που τώρα αποκαλείται "Σπίτι του Δράκου". 

Το 2012, ο αρχαιολόγος Φραντσέσκο Κουτέρι και η ομάδα του ανακάλυψαν ένα ψηφιδωτό μέσα σε αίθουσα, για την οποία πιστεύεται ότι ήταν θερμό λουτρό. Το εύρημα αυτό χρονολογείται στον τέταρτο αιώνα π.Χ. και είναι ένα από τα μεγαλύτερα μωσαϊκά της Ελληνιστικής περιόδου στη νότια Ιταλία.

Το ψηφιδωτό εντός του λουτρού χωρίζεται σε εννιά πολύχρωμα τετράγωνα. Απεικονίζει ένα μικρό δελφίνι, έναν δράκο και ένα μεγαλύτερο δελφίνι που μάχεται με έναν άλλον δράκο. Ακόμα εντοπίστηκαν ένα ανάγλυφο έμβλημα με σχήμα ρόδου και ακόμα έξι μωσαϊκά με απεικονίσεις λουλουδιών.

Επιπλέον, στις 8 Οκτωβρίου 2013, ανακοινώθηκε η ανακάλυψη, στη Καυλωνία, μιας επιγραφής του πέμπτου αιώνα π.Χ. Σε αυτό το εύρημα υπάρχει μια αφιέρωση 18 γραμμών, γραμμένη στο αλφάβητο των αρχαίων Αχαιών. Πρόκειται για την μεγαλύτερη επιγραφή στην αχαϊκή διάλεκτο που έχει βρεθεί στη νότια Ιταλία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από την Καυλωνία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Μουσείο της Μεγάλης Ελλάδας (Museo Nazionale della Magna Grecia) στο Ρέτζιο (αρχαίο Ρήγιον) της Καλαβρίας.



Μυθολογία - ιστορία

Στην ελληνική μυθολογία ο Καυλών ήταν γιος της Αμαζόνας Κλείτης, που ήταν η τροφός της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας. Ο Καυλών πήγε μαζί με τη μητέρα του στη Μεγάλη Ελλάδα (σημερινή νότια Ιταλία), όπου και ίδρυσε μία ομώνυμη πόλη, την Καυλωνία ή Καυλών ή Αυλωνία.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η πόλη ιδρύθηκε από Αχαιούς που ήρθαν από την Ελλάδα πριν το 700 π.Χ. με αρχηγό τον Τύφωνα, από το Αίγιο. Ωστόσο, άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι η Καυλωνία ιδρύθηκε από κατοίκους της γειτονικής πόλης Κρότων (σημερινό Κροτόνε της Ιταλίας). 

Από την ίδρυση της πόλης, και μετά από λίγες δεκαετίες, συμμάχησε με τον Κρότωνα και την Σύβαρι, αργότερα και με τους Θούριους, οι οποίες ήταν επίσης Αχαϊκές αποικίες. Στην Καυλωνία πρέπει να άνθιζε το εμπόριο, όπως συμπεραίνεται από τις μεγάλες ποσότητες αρχαίων νομισμάτων που έχουν βρεθεί.

Το 389 π.Χ., ο Διονύσιος Α΄, τύραννος των Συρακουσών, εισέβαλε στην Καλαβρία, πολιόρκησε την Καυλωνία και επέφερε σοβαρές απώλειες στους Κροτωνιάτες και σε άλλους που έσπευσαν σε βοήθεια της πόλης. Η Καυλωνία αναγκάστηκε να παραδοθεί και η πόλη καταστράφηκε, ενώ οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στις Συρακούσες. Από τότε η Καυλωνία, αν και ανακατασκευάστηκε, δεν ευδοκίμησε.  Κατά την Σικελική Εκστρατεία του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου, εναντίον των Ρωμαίων (280 - 275 π.Χ.), υπέστη πάλι μεγάλες ζημιές, ενώ καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, το 200 π.Χ., επειδή συντάχθηκε με τον στρατηγό Αννίβα, κατά την διάρκεια του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου. Από τότε, η πόλη εγκαταλείφθηκε οριστικά.



Πηγές

S. P. Noe, The Coinage of Caulania (Numismatic Studies, 9, 1958)

The Princeton Εncyclopedia of Classical Sites. Stillwell, Richard. MacDonald, William L. McAlister, Marian Holland. Princeton, N.J. Princeton University Press. 1976


Elizabeth Douglas. Archaic fictile revetments in Sicily and Magna Graecia. London: Murray, 1923

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Ποιές οι σχέσεις Μεγάλης Ελλάδας και Ηπείρου; Απάντηση δίνει έκθεση για την Δωδώνη στην Καλαβρία


Το μεγαλείο της αρχαίας Δωδώνης και της Ηπείρου ως πανελλήνιος χώρος λατρείας και πολιτισμού προβάλλει στην Ιταλία η έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης Ρέτζιο Καλάμπρια (αρχαίο ελληνικό Ρήγιον), με τίτλο «Δωδωναίος, το μαντείο του Δία και η Μεγάλη Ελλάδα» (Dodonaios. Loracolo di Zeus e la Magna Grecia). 

του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου


Στην εν λόγω έκθεση παρουσιάζονται αντικείμενα από την αρχαία Δωδώνη - έδρα του περίφημου μαντείου -  από την συλλογή του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων, ορισμένα εκ των οποίων δεν είχαν περάσει ποτέ τα σύνορα της Ελλάδας.
Η άκρως ενδιαφέρουσα έκθεση φανερώνει πολλές πτυχές των σχέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ιονίου Πελάγους - την Μεγάλη Ελλάδα, στα νότια της ιταλικής χερσονήσου, και την Ήπειρο - και μάλιστα στον απόηχο των πιο πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών στην ορεινή κοιλάδα της Δωδώνης, στην καρδιά της ελληνικής γης της Ηπείρου.   

Τα εκθέματα μας "μιλούν" για την αρχαιολογική και την πνευματική ιστορία του ιερού και του μαντείου αφιερωμένου στον Δία, έναν λατρευτικό χώρο για τον οποίο έγραψαν ο μεγάλος τραγικός ποιητής Ευριπίδης και ο ιστορικός Ηρόδοτος, αποκαλούμενος και ως "Πατέρας της Ιστορίας". 
Το μαντείο της Δωδώνης ήταν γνωστό σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και φυσικά στην Μεγάλη Ελλάδα, περιλαμβανομένων πολλών πόλεων της Καλαβρίας (Ιππόνιον, Ρήγιον, Κρότων, Σύβαρις, Θούριοι, Ηράκλεια, Μεταπόντιον, Τάρας). 
Ένας από τους υπευθύνους της έκθεσης, ο αρχαιολόγος Λουίτζι Βέκιο, εξηγεί: "Οι προσκυνητές πήγαιναν στο ιερό μαντείο από την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Αττική, την Βοιωτία, τις περιοχές της Πελοποννήσου, την Μεγάλη Ελλάδα, προκειμένου να ζητήσουν την θεϊκή συμβουλή για προσωπικά ζητήματα: για τον γάμο τους, για την εργασία τους κτλ.
Αυτή η πρακτική διήρκεσε πολλούς αιώνες, από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τουλάχιστον τον 2ο αιώνα μ.Χ.".  
Το πιο χαρακτηριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο οι προσκυνητές ζητούσαν την συμβουλή του θεού. Οι "πελάτες" του μαντείου έδιναν την ερώτησή τους γραμμένη σε πολύ μικρά ελάσματα (φύλλα μαλακού μετάλλου - μολύβδου). Οι Έλληνες αρχαιολόγοι από τα Ιωάννινα μπόρεσαν να φέρουν τέτοια αντικείμενα για πρώτη φορά στην Ιταλία. 
Σύμφωνα με τον  Ιταλό αρχαιολόγο, "οι περισσότεροι προσκυνητές που μετέβαιναν στο μαντείο της Δωδώνης, ανήκαν στη μεσαία κοινωνική τάξη". Ο ίδιος τονίζει πως "οι ιέρειες ερμήνευαν τις απαντήσεις του θεού κυρίως με ήχους από τη φύση, όπως το θρόισμα της μεγάλης ιερής δρυός (βελανιδιάς)  ή το πέταγμα των περιστεριών. Αυτοί οι ήχοι αντηχούσαν στην απόλυτη ησυχία της ορεινής κοιλάδας".  
Η έκθεση, που θα διαρκέσει μέχρι τις αρχές Ιουνίου, εμβαθύνει την έρευνα στις σχέσεις μεταξύ της Μεγάλης Ελλάδας (Καλαβρία, Σικελία) και της Ηπείρου, περιοχές που έχουν πολλές ομοιότητες, όχι μόνο από μορφολογικής και γεωγραφικής απόψεως. Η ιστορία του μαντείου της Δωδώνης αναδεικνύει αυτές τις αναλογίες, οι οποίες ερευνώνται και προβάλλονται μέσα από την έκθεση του αρχαιολογικού μουσείου της πόλης Ρέτζιο Καλάμπρια.  
Το μεταλλικό έλασμα που αναφέρεται στις αποικίες της Καλαβρίας, μαζί με τα άλλα εκθέματα, οδηγούν τον επισκέπτη σε ένα συναρπαστικό ταξίδι. Με το ταξίδι αυτό, ο επισκέπτης ανακαλύπτει τον βαθύ και αρχαίο δεσμό μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας, ιδίως μεταξύ των περιοχών που βρέχονται από το Ιόνιο Πέλαγος. 



Πηγές