Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

“Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία” έριξε την πανοπλία…στην πυρά!



Γράφει η Βίκυ Καλοφωτιά

Αναθυμιάσεις παντού στο λαβωμένο τοπίο και ο άνεμος μεταφέρει στα πέρατα του κόσμου τη μυρωδιά της μάχης…

Στάχτες γύρω από τη φωτιά στον απόηχο της λεηλασίας που προηγήθηκε. Δεξιά και αριστερά κομμάτια γης που “κυοφόρησαν” τη λάβα μέσα τους και άπλωσαν την πύρινη γλώσσα τους με ορμή στο γήινο φλοιό μετατρέποντάς τον με το υγρό άγγιγμά τους σε λάσπη. Λάσπη που χρειάζεται να δουλευτεί από την αρχή για να σμιλευτείς στον ιππότη που δεν χρειάζεται σπαθιά για να συνεχίσει το ταξίδι του.

Οι ακίδες των δέντρων σε κατάσταση ετοιμότητας να δεχθούν το νέο. Ξίφη σπασμένα, λόγχες πεταμένες ολόγυρα πάνω στο απανθρακωμένο χορτάρι που εξακολουθεί να “αιμορραγεί” από τη μακρόχρονη “θητεία” σου στην αρένα. Ξαφνικά κάτι κατάσαρκα σε βαραίνει. Bίδες εκτοξεύονται ορμητικά σε κάθε σου βήμα, ακούγεται παντού ο ήχος από μέταλλο που αδημονεί να λιώσει. Είναι η πανοπλία σου, η πανοπλία του ιππότη. Ένα μάτσο λαμαρίνες και αλόγιστα ξοδεμένο ατσάλι. Μια πανοπλία που φτιάχτηκε ενώ δεν χρειαζόταν, αφού εξαρχής δεν ήταν απαραίτητο να τη φορέσεις για να πας σε κανενός είδους μάχη

Και αντί να την βγάλεις από πάνω σου, εσύ προσπαθείς πεισματικά να την συναρμολογήσεις εκ νέου. Μα γιατί; Γιατί, ιππότη μου; Aφού ήσουν ανέκαθεν πιο δυνατός χωρίς αυτήν κι εσύ ανάλωνες την ενέργειά σου, για να την ατσαλώνεις κι’άλλο, γυαλίζοντάς την και καμαρώνοντας την όψη της, το “ανίκητο” της ύπαρξής της. Ατρόμητη η πανοπλία, ατρόμητος κι’εσύ…

Όλα νομοτελειακά εντάξει. Αν όντως την χρειαζόσουν. Κοίτα όμως γύρω σου επιτέλους, ξύπνα, θυμήσου. Αφού δεν είσαι φτιαγμένος για να πολεμάς παγιδευμένος σε λαμαρίνες, αλλά για να χαϊδεύεις με τις ηλιαχτίδες σου, γιατί επιμένεις ακόμη και τώρα να πράττεις το αντίθετο; Όσο επιμένεις να φοράς την πανοπλία, τόσο θα καλείς κοντά σου τον πόλεμο. Κι εσύ θες την ειρήνη. Μέσα σου και γύρω σου.


Ήρθε ο καιρός και το πλήρωμα του χρόνου. Πέρασες μέσα από το Κάστρο της Σιωπής, της Γνώσης, της Θέλησης και της Τόλμης, αναμετρήθηκες με τον εαυτό σου, έμαθες να τον ακούς, να τον αφουγκράζεσαι. Συνάντησες πολλούς, πάρα πολλούς στη μοναχική σου πορεία κι όμως λίγοι έμειναν δίπλα σου μέχρι τέλους. Λίγοι άντεξαν να τους κλείνεις έξω από τη ζωή σου φορώντας την πανοπλία. Δεν κλείνονται όμως έτσι εύκολα απ’έξω όλα αυτά που σε προβληματίζουν, μόνο και μόνο φορώντας μια σκουριασμένη πλέον πανοπλία. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο. Δεν είναι όμως. Και ευτυχώς που δεν είναι, γιατί τότε δεν θα αποφάσιζες ποτέ να βγεις από αυτήν

Για χρόνια πολλά προσπαθούσες να κάνεις τους άλλους να σε συμπαθήσουν πασχίζοντας να σώσεις ακόμη και εκείνους που δεν ήθελαν να σωθούν. “Σκότωσες δράκους” που
πετούσαν από το στόμα τους φωτιές και κάθε τρεις και λίγο κινούσες ξανά για τη μάχη. Πάντοτε περνιόσουν για πολύ ξύπνιος, ιππότη μου. Κι όμως, δεν είχες μάθει ούτε καν αυτό, το να ξεχωρίζεις “τα δηλητηριώδη μούρα από τα φαγώσιμα” και κατά τα άλλα ήθελες να σώσεις τους άλλους

Πάντοτε έτρεχες, γενναίε μου ιππότη, πάντοτε βρισκόσουν με το ένα πόδι έξω από την πόρτα. Ωστόσο, σου διέφυγε ότι “κανείς δε μαθαίνει τρέχοντας”. “Πρέπει να σταθείς για να μάθεις” και το καταλαβαίνεις τώρα που “είσαι πια πολύ αδύναμος για να τρέξεις”. Πρέπει να λιώσει η πανοπλία που μόνος σου φόρεσες για να ανακτήσεις τη δύναμή σου. Και μάθε επιτέλους να είσαι καλός με τον εαυτό σου

Και τότε είναι που νιώθεις μέσα σου ότι αρχίζεις να αλλάζεις, καθώς η καρδιά σου, που χτυπάει κάτω από τις λαμαρίνες, αρχίζει να εκπέμπει τη θέρμη της. Κάπου εκεί ανάμεσα στις πιο λεπτοφυείς συντεταγμένες όπου ενώνεται ο πύρινος δίσκος του ουρανού με τη ζεματιστή θάλασσα μέσα σου. Η πανοπλία σου αρχίζει σιγά-σιγά να λιώνει και τα δάκρυά σου να διαβρώνουν το σίδερο. Και το άλογο σε περιμένει κάτω από τον ίσκιο του πιο καταπράσινου πλέον δέντρου δίπλα σου, για να ανέβεις στη ράχη του και να καλπάσεις μαζί του όπου σε βγάλει η καρδιά.

…γιατί τώρα “η φιλοδοξία σου πηγάζει από την καρδιά και μόνο μια τέτοια φιλοδοξία μπορεί να φέρει την αληθινή ευτυχία”. Η φιλοδοξία που πηγάζει από το μυαλό, φέρνει κάποια στιγμή μόνο ωραία κάστρα κι ωραία άλογα. Για ιππότες που φορούν πανοπλία. Εσύ όμως έπαψες πλέον να τη φοράς. Από τότε που αγκάλιασες το άγνωστο αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη για τη ζωή σου και αντί να γκρεμιστείς στην άβυσσο άρχισες να πέφτεις…προς τα πάνω! 

Και όλη η ζωή απλώνεται μπροστά σου…!

 

*Το βιβλίο του Robert Fisher, “Ο ιππότης με τη σκουριασμένη πανοπλία” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Opera.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου