Σαν σήμερα 15 Σεπτεμβρίου το1938 έφυγε από τη ζωή ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης που σημάδεψε την ελληνική τέχνη με ένα έργο βαθιά προσωπικό, τραγικό και ταυτόχρονα αναγεννητικό. Η πορεία του, από την ακαδημαϊκή τελειότητα έως την εσωτερική έκρηξη της δεύτερης δημιουργικής περιόδου, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της νεοελληνικής γλυπτικής.
Πύργος Τήνου: Η αρχή μιας παράδοσης
Ο Χαλεπάς γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1851 στον Πύργο της Τήνου, σε μια οικογένεια με μακραίωνη παράδοση στη μαρμαρογλυπτική. Ο πατέρας του, Ιωάννης Χαλεπάς, διηύθυνε μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις του κλάδου, με δραστηριότητα που εκτεινόταν από την Τήνο και τη Σύρο έως τον Πειραιά, τη Ρουμανία και τα μικρασιατικά παράλια. Η τέχνη ήταν παρούσα από νωρίς στη ζωή του Γιαννούλη, παρά τις προσπάθειες της οικογένειας να τον στρέψει σε εμπορική εργασία.
Αθήνα και Μόναχο: Η ακαδημαϊκή περίοδος
Το 1869 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα και ο Χαλεπάς γράφτηκε στο Σχολείον των Τεχνών. Σπούδασε ζωγραφική με τον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική με τον Λεωνίδα Δρόση, κερδίζοντας βραβεία και διακρίσεις. Το 1872, με υποτροφία, συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο, κοντά στον Max von Widnmann, όπου επίσης διακρίθηκε.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, δημιούργησε τα κορυφαία έργα της πρώτης περιόδου:
– Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877)
– Κοιμωμένη (1878), το εμβληματικό επιτύμβιο άγαλμα στο Α΄ Νεκροταφείο
– Κεφάλι σατύρου (1878)
Έργα που συνδύαζαν ακαδημαϊκή ακρίβεια, τεχνική αρτιότητα και κλασική ισορροπία.
Η σκοτεινή δεκαετία: Εγκλεισμός και σιωπή
Το 1878 εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια ψυχικής διαταραχής. Στις 4 Ιουλίου 1888 ο Χαλεπάς εγκλείστηκε στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, στο οποόο παρέμεινε έως το 1902. Από αυτή την περίοδο σώζεται μόνο ένα μικρό κεφάλι από πηλό, λιτό και παραμορφωμένο, που συχνά ερμηνεύεται ως μια σπαρακτική αυτοπροσωπογραφία.
Μετά την έξοδό του, επέστρεψε στην Τήνο, ζώντας υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του. Παρά τη δημιουργική του διάθεση, πολλά έργα καταστρέφονταν είτε από τον ίδιο είτε από εκείνη.
Η αναγέννηση: Η δεύτερη δημιουργική περίοδος
Ο θάνατος της μητέρας του το 1916 υπήρξε καθοριστικός. Από το 1918 ο Χαλεπάς άρχισε να δημιουργεί ξανά, αυτή τη φορά με εντελώς διαφορετικό ύφος: ενστικτώδες, απελευθερωμένο από ακαδημαϊκούς κανόνες, βαθιά ψυχικό και βιωματικό.
Η αναγνώριση δεν άργησε. Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και ιστορικοί τέχνης τον επισκέπτονταν, ενώ το 1925 οργανώθηκε η πρώτη έκθεσή του στην Ακαδημία Αθηνών. Το 1927 του απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
Αθήνα: Τα τελευταία χρόνια και η καταξίωση
Το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στο σπίτι του Βασίλη και της Ειρήνης Χαλεπά. Εκεί εργάστηκε αδιάκοπα, λαμβάνοντας παραγγελίες για προτομές και επιτύμβια έργα. Η παρουσία του στην πρωτεύουσα αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον των πνευματικών κύκλων, ενώ εκθέσεις και τιμητικές εκδηλώσεις τον καθιέρωσαν ως κορυφαία μορφή της ελληνικής γλυπτικής.
Η κληρονομιά: Μουσεία, αρχεία και διατήρηση της μνήμης
Το αρχείο του Χαλεπά στην Εθνική Πινακοθήκη αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη ζωή και το έργο του. Η Εθνική Γλυπτοθήκη διαθέτει 22 γλυπτά και 27 σχέδια του καλλιτέχνη, μεταξύ των οποίων ο «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» και η «Αναπαυόμενη».
Η Κοιμωμένη, για λόγους συντήρησης, έχει μεταφερθεί στη Γλυπτοθήκη.
Στην Τήνο, η Οικία Γιαννούλη Χαλεπά, χαρακτηρισμένο ιστορικό μνημείο, έχει αναβαθμιστεί μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και λειτουργεί ως μουσείο, σε έναν ενιαίο πολιτιστικό πόλο μαζί με το Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών.
Ένας μύθος που παραμένει ζωντανός
Ο Χαλεπάς δεν άφησε απλώς έργα, άφησε μια ιστορία επιμονής, πόνου και δημιουργικής λύτρωσης. Η επέτειος του θανάτου του υπενθυμίζει ότι η τέχνη του δεν ήταν προϊόν τεχνικής, αλλά βαθιάς ανάγκης έκφρασης. Ένας δημιουργός που, παρά τις δοκιμασίες, επέστρεψε στην τέχνη του και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
ΠΗΓΗ
https://www.nationalgallery.gr/themata-technis/giannoulis-chalepas/



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου