Η νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, Οδύσσεια, άνοιξε μια έντονη δημόσια συζήτηση για την αυθεντικότητα, την πιστότητα και τα όρια της καλλιτεχνικής ελευθερίας "αξιοποιώντας" ένα από τα ιερότερα κείμενα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας, πριν καν προβληθεί στους κινηματογράφους. Μετά τη θέαση της ταινίας, πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε τη διασκευή του έπους και να εντοπίσουμε τα προβληματικά σημεία και τα "αφηρημένα" αποδιδόμενα στοιχεία του. Θα διερευνήσουμε στη συνέχεια πως ο Νόλαν επιχειρεί να το μεταφέρει στο σήμερα, όχι ως πιστή αναπαράσταση, αλλά ως σύγχρονη ανάγνωση και εάν φωτίζει ηθικά, υπαρξιακά και πολιτισμικά νοήματα.
της Μαρίας Αλιμπέρτη
Παρά την απόπειρα μιας πιο σύγχρονης προσέγγισης με την
επιλογή ενός καστ που θυμίζει την σημερινή παγκοσμιοποιημένη συνύπαρξη των λαών
και όχι της μυκηναϊκής κοινωνίας της εποχής
του ύστερου Χαλκού, ο Νόλαν θεωρώ ότι προσπάθησε να αναδείξει τις πυρηνικές
αξίες του έπους. Σε κάποιες περιπτώσεις το πέτυχε, σε άλλες όχι.
Ένας Οδυσσέας ανθρώπινος, όχι άκαμπτος ήρωας
Με γρήγορο ρυθμό που καταφέρνει να μην σε κουράσει η τρίωρη θέασή της ταινίας, ο σκηνοθέτης επιλέγει να αναδείξει τον Οδυσσέα όχι ως αψεγάδιαστο ήρωα, αλλά ως άνθρωπο που επιθυμεί την επιστροφή στην πατρίδα του και συμβολικά στον εαυτό του. Καθώς αυτός ο θησαυρός της παγκόσμιας Λογοτεχνίας έχει ψυχολογικό υπόβαθρο αλλά και συμβολισμό, ο νόστος έχει σημασία να παρουσιάζεται ως βαθιά υπαρξιακή ανάγκη, ενώ οι δοκιμασίες να λειτουργούν ως εσωτερική ταλαιπωρία και όχι μόνο ως περιπέτειες. Πράγματι ο Νόλαν φορτίζει τον ήρωα με τύψεις για όσα έγιναν στην Τροία, αναδεικνύοντας το ηθικό τραύμα των Ελλήνων που βεβήλωσαν ιερά, σκότωσαν αθώους και επέστρεψαν σαν ήρωες για να βρουν τραγικό θάνατο σε κάποιες περιπτώσεις. Δεν υπάρχει θρίαμβος, αλλά υπάρχει ενοχή. Συνεπώς, παρά την εκλαικευμένη – ποπ- εκδοχή του μύθου, ο σκηνοθέτης σε αυτό το σημείο πετυχαίνει να δώσει στον θεατή το βασικό νόημα του νόστου.
Η ταινία προσπαθεί να αγγίξει και άλλα βασικά ομηρικά νοήματα: τη
φιλοξενία, την ύβρη και τις συνέπειές της. Η σημασία της τιμής στο ξένιο Δία, δηλαδή της φιλοξενίας των ξένων τονίζεται, ενώ
σημειώνεται και ότι οι μνηστήρες
καταχρώνται την φιλοξενία και
προσβάλλουν την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο. Η τελική τιμωρία τους αποκαθιστά την
ηθική τάξη. Ωστόσο, η ταινία δεν αναδεικνύει την ύβρη του Οδυσσέα απέναντι στον
Πολύφημο, δεν περιλαμβάνεται η περίφημη στιχομυθία με τον «Κανένα» και τη τελική αποκάλυψη του ονόματός του που κρύβει τους συμβολισμούς για την ανθρώπινη αλαζονεία, την οποία πλήρωσε
ο ήρωας τελικά με την εκδίκηση από τον Ποσειδώνα. Αφαιρώντας τα χαρακτηριστικά τεχνάσματα του πολύτροπου Οδυσσέα, η εξυπνάδα του ήρωα παρουσιάζεται περισσότερο
ως βία παρά ως στρατηγική.
Αφηγηματικές επιλογές που αποδυναμώνουν το έπος
Η μεγαλύτερη απώλεια είναι η αφαίρεση των ραψωδιών Ε,Ζ, Η και Θ, στις οποίες ο
Οδυσσέας φθάνει στο νησί των Φαιάκων, συναντά τη Ναυσικά και αφηγείται ο ίδιος την ιστορία του. Η
ταινία μεταφέρει την διαδικασία της αφήγησης σε μια πιο προσωπική συζήτηση με την
Καλυψώ, με την προσωπική μου εκτίμηση να είναι ότι στερεί τη δομή της
αυτοδιήγησης που αποτελεί θεμέλιο του έπους.
Απουσία θεών και αλλαγή του ομηρικού κόσμου
Η Αθηνά εμφανίζεται μόνο ως εσωτερική φωνή, αόρατη για
τους άλλους. Ο Ποσειδώνας και ο Δίας απουσιάζουν εντελώς, αλλάζοντας τη
φύση του ομηρικού κόσμου που οι θεοί παρεμβαίνουν ενεργά. Η κάθοδος στον Άδη
(Ραψωδία Λ) είναι σύντομη και αποδυναμωμένη: δεν εμφανίζεται η μητέρα του και η συγκλονιστική σκηνή που ο ήρωας προσπαθεί να την αγκαλιάσει. Επίσης, λείπει η συνάντηση με
τον Αχιλλέα, που δηλώνει πως θα προτιμούσε μια ήσυχη ζωή από τη δόξα, στερώντας ένα από τα πιο διαχρονικά υπαρξιακά μηνύματα του έπους. Πρέπει να επισημάνω αισθητικά αλλά και ως φιλόζωη μου προκάλεσε έντονη δυσανασχέτηση η σφαγή των κριαριών στην θυσία προς τους νεκρούς. Τέλος, λείπει το απόσμασμα από την ραψωδία Κ στην οποία ο Ερμής δίνει -επίσης συμβολικά- στον Οδυσσέα το αντίδοτο στο φαρμάκι της Κίρκης.
Αισθητική, πανοπλίες και αναχρονισμοί
Η ταινία επιχειρεί να εντάξει την ιστορία στην Ύστερη Εποχή
του Χαλκού, με έμφαση στον έλεγχο εμπορικών δρόμων και την απειλή των «Λαών
της Θάλασσας». Ωστόσο, οι πανοπλίες δεν θυμίζουν μυκηναϊκό κόσμο, ενώ η
υπερβολή στην εμφάνιση του Αγαμέμνονα απομακρύνει την ταινία από την ιστορική ακρίβεια. Πολλά σημεία έχουν dark αισθητική που θυμίζουν περισσότερο μεσαίωνα παρά αρχαίο κόσμο. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι διάλογοι είναι σύγχρονοι, οι ενδυμασίες μοντέρνες, όσο για την γλώσσα δεν παραπέμπει στον Όμηρο.
Το ζήτημα του καστ και η συζήτηση περί αυθεντικότητας
Οι βασικές ερμηνείες είναι εξαιρετικές: o Οδυσσέας και η Πηνελόπη αποδίδονται με δύναμη. Η επιλογή ηθοποιών διαφορετικών εθνικοτήτων- Ελένη και Κλυταιμνήστρα, αλλά και πλήρωμα- παρά το γεγονός ότι σαν Έλληνα θεατή σε ξενίζουν δεν επηρεάζει την πλοκή και δεν αποτελεί ιστορική δήλωση: Πρέπει να γίνει σαφές οτι η ταινία δεν επιχειρεί αρχαιολογική αναπαράσταση, αλλά καλλιτεχνική ερμηνεία ενός Αμερικανού σκηνοθέτη στο πλαίσιο παραγωγής του Χόλιγουντ. Συνεπώς, η συζήτηση περί «καταγωγής» της Ελένης δεν έχει βάση, ακόμη και εάν επιχειρείται όπως υποστηρίζουν κάποιοι προγπαγάνδα ή ότι προωθείται συγκεκριμένη ατζέντα.
Η ταινία προκάλεσε πάθος, επανέφερε συζητήσεις και έκανε
πολλούς να ξαναπιάσουν την Οδύσσεια. Ακόμη και με αυτη τη σχετικά ρηχή ερμηνευτική προσέγγιση του έπους αποδεινύεται ότι ο Όμηρος δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν,
συνομιλεί με κάθε εποχή: Από τον Δάντη μέχρι τον σύγχρονο κόσμο, κάθε
γενιά δημιουργεί τον δικό της Οδυσσέα με βάση τους συμβολισμούς και τα βαθύτερα αρχέτυπα του έπους. Κάποιες διασκευές πιάνουν το νόημα,
άλλες μένουν επιφανειακές. Η ταινία του Νόλαν ανήκει στις δεύτερες:
ενδιαφέρουσα, διασκεδαστική, τολμηρή, αλλά συχνά απομακρυσμένη από τον πυρήνα του έπους.















