Η ταινία Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει (Que Dios Nos Perdone) του Rodrigo Sorogoyen επανέρχεται στο είδος του αστυνομικού θρίλερ με μια σκοτεινή, μεσογειακή εκδοχή του «serial‑killer» φιλμ. Πρόκειται για μια πρόταση που συνδυάζει κοινωνικό σχόλιο, ψυχολογική ένταση και σφιχτή πλοκή, κρατώντας τον θεατή σε εγρήγορση μέχρι το τέλος.
Η δράση τοποθετείται στη Μαδρίτη του 2011, σε περίοδο έντονης κοινωνικής αναταραχής και αναμονής της επίσκεψης του Πάπα. Δύο αστυνομικοί, ο Βελάρντε και ο Αλφάρο, αναλαμβάνουν την εξιχνίαση μιας σειράς φόνων με σεξουαλικά χαρακτηριστικά σε ηλικιωμένες γυναίκες, το ανθρωποκυνηγητό τους αποκαλύπτει σταδιακά ότι οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε θύτες και θύματα, σε σωτήρες και σωζόμενους, είναι πιο θολές από ό,τι φαίνονται. Η ταινία έχει λάβει θετικές κριτικές και βραβεία σε φεστιβάλ, ενώ ξεχωρίζει για την ένταση και τις ερμηνείες της.
Η ταινία θίγει ευαίσθητα ζητήματα: κακοποίηση γυναικών, παιδικά τραύματα και η ανάγκη περιφρούρησης της σωματικής ακεραιότητας. Το σενάριο χρησιμοποιεί το έγκλημα ως καθρέφτη μιας κοινωνίας σε κρίση — οικονομική, ηθική και δημογραφική — και δείχνει πώς οι συλλογικές πληγές αντανακλώνται στην ιδιωτική βία. Η τοποθέτηση της δράσης σε μια «καυτή» πολιτικά περίοδο ενισχύει την αίσθηση ασφυξίας και επείγοντος.
Σκηνοθεσία: Εστίαση στους χαρακτήρες και τις αδυναμίες τους
Ο Sorogoyen επιλέγει μια εσωτερική, σχεδόν κλινική προσέγγιση στους ήρωες: Δεν τους παρουσιάζει ως υπεράνθρωπους ντετέκτιβ αλλά ως ανθρώπους με φοβίες, αδυναμίες και προσωπικά τραύματα. Η σκηνοθεσία αναδεικνύει τις συναδελφικές σχέσεις ανάμεσα στους αστυνομικούς και τις οικογενειακές δυναμικές που τραυματίζουν τα παιδιά, κάνοντας το έγκλημα να μοιάζει προϊόν ενός ευρύτερου κοινωνικού πλέγματος. Η κάμερα μένει κοντά στα πρόσωπα, καταγράφει μικρές εκφράσεις και σιωπές, και επιτρέπει στην ψυχολογική κατάρρευση να αναπτυχθεί χωρίς φθηνά εφέ.
Βία, νεκροτομείο και ηθική απόσταση
Η ταινία περιλαμβάνει σκηνές με έντονη βία και στιγμές στο νεκροτομείο, αλλά αποφεύγει την γραφικότητα, η βία λειτουργεί περισσότερο ως στοιχείο αφύπνισης παρά ως θέαμα. Αυτή η επιλογή διατηρεί την ταινία σε ένα κοινωνιολογικό και ηθικό πεδίο: Οι εικόνες δεν εξευτελίζουν, αλλά προκαλούν προβληματισμό για το πώς οι μεσογειακές —και γενικότερα ανθρώπινες— κοινωνίες διαχειρίζονται την ευαλωτότητα και την ατιμωρησία.
Οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από ένταση και λεπτομέρεια, οι πρωταγωνιστές αποδίδουν πολύπλευρους χαρακτήρες με φοβίες, ενοχές και αντιφάσεις. Η ταινία χαρτογραφεί διαφορετικά ανθρώπινα είδη: τον εμμονικό ερευνητή, τον κουρασμένο σύντροφο, τον αποξενωμένο πολίτη — και μέσα από αυτούς αναδεικνύει μικρές, καθημερινές τραγωδίες. Οι κριτικές διεθνώς επαίνεσαν την ψυχολογική ακρίβεια και την κινηματογραφική πειθαρχία του φιλμ.
Η κινηματογραφική γλώσσα βασίζεται σε στενά κάδρα, γρήγορα dissolve και συμπαγή μοντάζ που επιταχύνει την εξέλιξη της πλοκής χωρίς να θυσιάζει την ατμόσφαιρα. Η ταινία κρατά ισορροπία ανάμεσα στην ταχύτητα και την ψυχολογική βύθιση: Οι ανατροπές λειτουργούν, η κορύφωση διατηρεί ένταση, αν και το τελευταίο μέρος κριτικαρίστηκε από μερικούς για κλισέ λύσεις. Συνολικά, όμως, η αφήγηση παραμένει σφιχτή και καθηλωτική.
Η ταινία αποτελεί μια κοινωνική τοιχογραφία που χρησιμοποιεί το έγκλημα για να μιλήσει για τραύματα, ευθύνες και την εύθραυστη φύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αν και περιέχει σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν, η προσέγγιση παραμένει στοχαστική και απαιτητική, προσφέροντας μια σύγχρονη, μεσογειακή εκδοχή του είδους που αξίζει την προσοχή του θεατή.





















