Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννα Κοροπιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννα Κοροπιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Γενούφα: Η «τέλεια όπερα» κερδίζει επάξια το αθηναϊκό κοινό


«Θα τύλιγα τη Γενούφα μόνο με τη μαύρη κορδέλα της μακράς ασθένειας,
του πόνου και των θρήνων…»
Λέος Γιάνατσεκ

Εάν η αρχή είναι, όπως λένε, το ήμισυ του παντός, τότε η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει εξασφαλίσει μια επιτυχημένη και άκρως ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική περίοδο. Η Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ είναι, κατά τον Guardian, η «τέλεια όπερα» και σίγουρα η τέλεια αφορμή για να επισκεφθείτε τη Λυρική.

της Ιωάννας Κοροπιώτη

Μια τραγωδία βασισμένη στο θεατρικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα  «Η Ψυχοκόρη της», υπό την απόλυτα θεατρική προσέγγιση της σκηνοθέτιδας Νίκολα Ράαμπ και την απαράμιλλη μουσική του Τσέχου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ, είναι ικανή να συγκινήσει, να θέσει ερωτήματα, να προκαλέσει και να πλησιάσει τον ακροατή με όλους τους πιθανούς τρόπους.

Η ιστορία της Γενούφα εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό, υποταγμένο σε κοινωνικές νόρμες και συγκεκριμένα πρότυπα, που είναι διαρκώς ορατό μέσα από το λιτό και συνάμα επιβλητικό σκηνικό: Ένα πυκνό και αφιλόξενο δάσος αγκαλιάζει τις ζωές των ηρώων και η βαριά σκιά του δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα για τις πράξεις βίας και οδύνης που θα ακολουθήσουν.

Η μουσική του Γιάνατσεκ, σε όλη της την εξπρεσιονιστική δυναμική οπτικοποιείται πάνω στη σκηνή, είναι πανταχού παρούσα: Στα γκρίζα, σκοτεινά κοστούμια των βασικών προσώπων (Γενούφα, Νεωκόρισσα, Στέβα και Λάτσα), στην επαναλαμβανόμενη κίνηση του μύλου, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προμηνύοντας μια επικείμενη μετάβαση, που με τη σειρά της, καλεί τον θεατή σε συνεχή εγρήγορση. Ακόμα και η επανεμφάνιση κάθε τόσο των μαυροντυμένων γυναικών, σύμβολο μιας κοινωνίας μητριαρχικής, γίνεται κατά παραγγελία της μουσικής και εντείνει την αίσθηση της ρουτίνας, της ζωής που στραγγαλίζεται μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρό και ανυπόφορο.

Ο Γιάνατσεκ εμπνέεται από την ιδιαίτερη μουσικότητα της τσεχικής γλώσσας. Στο έργο του είναι φανερή η προσπάθεια και η μελέτη που κατέβαλλε, καθώς αναζητούσε τη μελωδία της γλώσσας: «Άκουγα κρυφά τους περαστικούς, διάβαζα τις εκφράσεις του προσώπου τους, ήθελα να συλλάβω κάθε δόνηση της φωνής […] μια αντανάκλαση της οποίας αναγνώριζα στη μελωδία των λέξεων που κατέγραφα. Πόσες διαφορετικές μελωδικές παραλλαγές της ίδιας λέξης που έβρισκα!»


«Αλλιώς τη φανταζόμουν τη ζωή μου…»

Τα πρώτα λόγια της Γενούφα δεν είναι παρά μια προσευχή, ίσως ο αμεσότερος τρόπος να μπούμε στο κλίμα του έργου, που ήδη από πολύ νωρίς σκιαγραφεί έντονα τους χαρακτήρες:

Η νέα, όμορφη αλλά και «με μυαλό σαν άνδρας» Γενούφα, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε όσα περιμένουν οι Άλλοι από εκείνη, χωρίς όμως να προδώσει τις δικές της επιθυμίες και την αγάπη της για τον πλούσιο, ωραίο αλλά και προκλητικά εγωκεντρικό Στέβα. Απέναντί του στέκει ο ετεροθαλής αδελφός του, Λάτσα, επίσης ερωτευμένος με τη Γενούφα, που προτιμάει να καταστρέψει το αντικείμενο του πόθου του, παρά να το δει στα χέρια κάποιου άλλου.

Δεσπόζουσα μορφή, όμως, στέκει η μητριά της Γενούφα, η Νεωκόρισσα που διατίθεται να φτάσει μέχρι το έγκλημα προκειμένου να σώσει την τιμή της ψυχοκόρης της. Όταν η Γενούφα φέρνει στον κόσμο το παιδί του Στέβα, αλλά εκείνος αρνείται να την παντρευτεί, η Νεωκόρισσα αναλαμβάνει το… «ιερό καθήκον» να την προστατέψει και θέλοντας να «…τη δει ξανά ελεύθερη», θανατώνει το παιδί.

Η στιγμή του φρικτού εγκλήματος -που προφανώς γίνεται εν αγνοία της κεντρικής ηρωίδας- αποτελεί μία από τις συγκινητικότερες κορυφώσεις της παράστασης: Η Γενούφα, μόνη μέσα στο σπίτι, που από καταφύγιο έχει πια μετατραπεί σε φυλακή, προσεύχεται σπαραχτικά για την τύχη του παιδιού της, που δεν γνώρισε την πατρική αγάπη.

Το σπίτι μοιάζει να εξαϋλώνεται, υπό το βάρος των συνθηκών και των μελλοντικών αποκαλύψεων, και το χιόνι που συντροφεύει την ηρωίδα υπενθυμίζει τον φόνο, που μπορεί να μην βλέπουμε, ωστόσο ξέρουμε ότι έχει συμβεί. Η εικόνα της χιονισμένης σκηνής είναι τουλάχιστον ανατριχιαστική. Η Ρααμπ κατάφερε να φέρει την παγωνιά του θανάτου σε κάθε γωνιά της αίθουσας και το έκανε με έναν τρόπο τόσο σφιχτά δεμένο με τη μουσική του Γιάνατσεκ, που είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς.

Αυτή είναι και η επιτυχία της παράστασης: δεν μπορείς και δεν θέλεις να ξεφύγεις, σε κρατάει καθηλωμένο -λογικά αλλά και συναισθηματικά. Τόσο όμορφα δουλεμένη και με άξιους συντελεστές, με την ορχήστρα και τη χορωδία να ανταποκρίνονται και με το παραπάνω, σε ένα κατά γενική ομολογία δύσκολο έργο, καταφέρνει να κερδίσει ολοκληρωτικά τον θεατή-ακροατή.

Η Γενούφα είναι η στιγμή… «ενηλικίωσης» για την Εθνική Λυρική Σκηνή. Είναι το χρυσό 18, που ξέραμε πως θα έρθει κάποια μέρα και το περιμέναμε με ενθουσιασμό και με περιέργεια. Και ήρθε, μέσα από σταθερά αλλά και τολμηρά βήματα, μέσα από φρέσκες ιδέες, βαθιά γνώση και αγάπη για την τέχνη του λυρικού θεάτρου. Είμαι απολύτως βέβαιη πως όλα τα παραπάνω βρίσκονται στην καρδιά αυτού του πολιτιστικού οργανισμού, γιατί εάν δεν βρίσκονταν δεν θα απολαμβάναμε ποτέ αυτή τη Γενούφα.

Με δικά τους λόγια

«Η τέχνη της θεατρικής γραφής είναι να συνθέτει κανείς μία μελωδική καμπύλη, που σαν με μαγικό τρόπο θα αποκαλύψει αμέσως ένα ανθρώπινο ον σε μία ορισμένη φάση της ύπαρξής του.» (Λέος Γιάνατσεκ)

«Σημείο εκκίνησης για τη δουλειά μου είναι η ανθρώπινη πλευρά της υπόθεσης: οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρώων και τις οποίες ο συνθέτης σκιαγραφεί θαυμάσια. […]

Οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τα ηνία, να αποφασίσουν την πορεία των πραγμάτων. Και πράγματι αυτό κάνουν, κυρίως μέσω του χαρακτήρα της Νεωκόρισσας […]

Ένα σπίτι λειτουργεί ως το αρχικό κύτταρο του σκηνικού και της αφήγησης της ιστορίας. Επιβλέπει, προφυλάσσει, κρύβει και στο τέλος αποκαλύπτει γεγονότα, μυστικά, οικογένειες, γυναίκες, παιδιά, το παρελθόν και το παρόν.» (Νίκολα Ράαμπ, σημείωμα σκηνοθέτη)

«Όταν μελετούσα το ρόλο κατάλαβα πόσο μεγάλο βάρος είναι, τόσο συναισθηματικά όσο και ψυχολογικά, να επανεξετάζουμε αυτά τα ζητήματα σε καθημερινή βάση. Δεν ξέρω τι σημαίνει να χάνεις ένα μωρό, αλλά καταλαβαίνω τι σημαίνει να απορριφθείς, να είσαι απομονωμένος, καταλαβαίνω τι είναι να αισθάνεσαι αβοήθητος. Ξέρω επίσης τι σημαίνει να αγαπάς και να έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και πίστη στο Θεό.

Οπότε, όταν προετοιμαζόμουν για τη Γενούφα έπρεπε να αντλήσω από τη δική μου εμπειρία, αλλά και να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου προκειμένου να ολοκληρώσω τη διαδικασία.» (Σάρα-Τζέιν Μπράντον, Γενούφα, συνέντευξη στο elculture.gr)

«Η μελωδία στον Γιάνατσεκ δεν έρχεται μέσα από τη φωνή του τραγουδιστή, αλλά από την ορχήστρα. Κάθε λέξη που αρθρώνει, όμως, σημαίνει κάτι. Πολλοί λένε ότι ο Γιάνατσεκ χρησιμοποιεί «καθοδηγητικά μοτίβα», Leitmotive, όπως και ο Βάγκνερ. Όμως στον Γιάνατσεκ η επανάληψη ενός μουσικού θέματος συνδέεται με μια ατμόσφαιρα, μια κατάσταση, ένα συναίσθημα που επανέρχεται στην εξέλιξη της πλοκής.» (Ζαμπίνε Χογκρέφε, Νεωκόρισσα, συνέντευξη στο athensvoice.gr)

«Δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Για μένα είναι κοινός  τόπος, δεν είναι και κάτι τόσο τολμηρό. Είναι έργα που έπρεπε να έχουν έρθει, γιατί εάν μείνεις μόνο στους δημοφιλείς τίτλους, χάνεις την ουσία της διαδρομής αυτής, που είναι και έργα που έχουν τεράστια αξία και τα οποία δεν είναι και τόσο γνωστά.» (Γιώργος Κουμεντάκης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΛΣ, συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό Pepper 96.6)


Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Νίκολα Ράαμπ

ΠΡΕΜΙΕΡΑ 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018
14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου 2018
2 Νοεμβρίου 2018



ΚΥΚΛΟΣ ΓΙΑΝΑΤΣΕΚ
ΚΥΚΛΟΣ 20ός ΑΙΩΝΑΣ

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Ώρα έναρξης: 20.00 (Κυριακές στις 18.30)

Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Σουγλίδης
Φωτισμοί: Νταβίντ Ντεμπριναί
Κινησιολογία: Φώτης Νικολάου
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Γριά Μπούρυγια: Ινές Ζήκου
Λάτσα: Φρανκ Βαν Άκεν
Στέβα: Δημήτρης Πακσόγλου
Νεωκόρισσα (kostelnička): Ζαμπίνε Χογκρέφε (14, 21, 24/10) - Τζούλια Σουγλάκου (19, 27/10, 2/11)
Γενούφα: Σάρα-Τζέιν Μπράντον (14, 21, 24/10) - Μαρία Μητσοπούλου (19, 27/10, 2/11)
Επιστάτης: Γιάννης Γιαννίσης
Δήμαρχος: Δημήτρης Κασιούμης
Σύζυγος του Δημάρχου: Μαργαρίτα Συγγενιώτου
Κάρολκα: Άρτεμις Μπόγρη
Αγρότισσα Κόλουσινα: Μπαρούνκα Πράιζινγκερ
Μπάρενα: Βαρβάρα Μπιζά
Γιάνο: Μιράντα Μακρυνιώτη
Τέτκα: Αναστασία Κότσαλη

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ         

Τιμές εισιτηρίων: €15, €20, €30, €35, €42, €50, €55, €70
Φοιτητικό, παιδικό: €15 / Περιορισμένης ορατότητας: €10

Πηγή φωτογραφιών : https://www.facebook.com/pg/nationalopera/photos/?ref=page_internal

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

“Η Λέσχη”: Εθνικό Θέατρο και Θέατρο Τέχνης, μαζί για τις “Ακυβέρνητες Πολιτείες”





“Denn alles ist gut... Ναι, όλα είναι καλά. Όλα περνούν, όλα κατακαθίζουν, όλα, και πόνοι και ηδονές βρίσκουν μια μέρα τη θέση τους κι η ζωή συνεχίζεται, αυτό είναι το παν, η αρμονία. Όλα για μένα είναι καλά. Πόσο θα ‘θελα να το έλεγα και για σε…”

Συνέντευξη από τη σκηνοθέτη Έφη Θεοδώρου στην
Ιωάννα Κοροπιώτη
Φωτογραφίες: Σταμάτης Πάρχας


Με τη μυρωδιά του ελληνικού καφέ να ξεχειλίζει από το φλιτζάνι σ’ όλο το δωμάτιο και με τους ανοιξιάτικους ήχους να κρυφοκοιτάνε από το παράθυρο της κουζίνας, προσπαθώ –μάλλον μάταια– να αντισταθώ στις σκέψεις που γυρνάνε κάθε τόσο στο νου μου, από την πρεμιέρα της παράστασης «Η Λέσχη», του Στρατή Τσίρκα.

Είναι η πρώτη «συνάντηση» του Εθνικού Θεάτρου με το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν και η πρώτη ίσως παράσταση που κατάφερε να με… κρατήσει κοντά της για τόσες μέρες. «Η Λέσχη», το πρώτο μέρος της τριλογίας του Τσίρκα «Ακυβέρνητες Πολιτείες», αποτελεί ένα εξαιρετικά απαιτητικό έργο, ένα ενδεχομένως «επικίνδυνο» κείμενο για να αναμετρηθεί κανείς μαζί του, ειδικά πάνω στο θεατρικό σανίδι. Κι όμως, η ομάδα του Εθνικού τα κατάφερε και το αποτέλεσμα δικαιώνει και με το παραπάνω την προσπάθειά της.



“Ποτέ δεν ξέρουμε ακριβώς κάτι. Ξέρουμε μόνο ένα κομμάτι, ένα άλλο το ερμηνεύουμε στραβά, ένας άλλος ξέρει αυτό, μα δεν ξέρει το άλλο που ξέρουμε εμείς.
 Η ζωή μας κυλάει έτσι από μισές αλήθειες σε μισές παρεξηγήσεις.
Κι όταν ξεκαθαρίζονται τα πράγματα, ο πόνος ή η χαρά που μας έδωσαν κάποτε, βρίσκονται πίσω μας. Άλλα ψέματα και άλλες αλήθειες μας απασχολούν πια.”






Η παράσταση μοιάζει να με… «καταδιώκει». Λέξεις, εικόνες, μουσικές και πάλι λέξεις από εκείνο το συναρπαστικό ταξίδι στην Ιερουσαλήμ του ’40, σε μια πανσιόν που αποτελεί καταφύγιο για ένα μωσαϊκό κυνηγημένων ανθρώπων. Όλοι τους έφτασαν εκεί –στον ομφαλό της γης– για να γλιτώσουν από τη λύσσα του πολέμου.
Ένα σκηνικό που χωράει τα πάντα: Λογοτεχνία, έρωτες, πόλεμο, αντίσταση, κατασκοπία, γιορτές, αντιζηλίες, μηχανορραφίες… «Η Λέσχη Μιραντόρ είναι παιδί του πολέμου», γράφει ο Τσίρκας στο μυθιστόρημά του, που με τόση μαεστρία είδαμε  να ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία Έφης Θεοδώρου.




Το ανέβασμα του έργου ήταν ιδέα δική της. Μια ιδέα που -όπως δήλωσε η ίδια στο culturelovers.gr-  «Αποδέχθηκε, υιοθέτησε και διεύρυνε ο Στάθης Λιβαθινός. Εκείνος πρότεινε και την συμπαραγωγή, σαν ένα εγχείρημα που δε θα περιλάμβανε μόνον τη «Λέσχη», αλλά όλη την τριλογία. Θα είναι με τρεις σκηνοθέτες, σε δύο χρόνια, με την ίδια ομάδα ηθοποιών, οι περισσότεροι εκ των οποίων επελέγησαν μέσω ακρόασης.»



Την παράσταση συνθέτουν, εκτός από το κείμενο της ίδιας της «Λέσχης», αποσπάσματα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του Στρατή Τσίρκα. Όλες οι πληροφορίες είναι παρούσες στη σκηνή, σαν ένας πίνακας επίτηδες φτιαγμένος χωρίς προοπτική. Όλα μοιάζουν να κατέχουν εξίσου σημαντική θέση, τοποθετημένα στο ίδιο πρώτο πλάνο. Φέροντας το ίδιο ηθικό βάρος.

Τουλάχιστον έτσι φαίνεται στην αρχή, καθώς η πολυαφηγηματική τεχνική του Τσίρκα ξεδιπλώνεται και οι ήρωες του, καθένας τους «τυλιγμένος μέσα σ’ ένα κύλινδρο μοναξιάς», παίρνουν τη θέση τους σε αυτό το «στημένο» παιχνίδι, όπως αποδεικνύει το ανατρεπτικό του φινάλε.


Κι είναι στο χέρι του κάθε θεατή να επιλέξει ποια… διαδρομή θα ακολουθήσει, ποια ψήγματα πληροφορίας θα αποφασίσει να συνδέσει μες στο μυαλό του, προκειμένου να αντιληφθεί -όπως ο ίδιος πιστεύει καλύτερα- τι συμβαίνει στη σκηνή, στις ζωές των ηρώων και (σε ένα παράλληλο σύμπαν) στη ζωή του συγγραφέα, που συνέλαβε την ιστορία τους και που υπέφερε προκειμένου να μπορέσει τελικά να τη διηγηθεί σε όλους εμάς.

Η Έφη Θεοδώρου μας εξηγεί σχετικά με την πολλαπλή παρουσία της ιστορίας και της Ιστορίας στη σκηνή:

«Είναι ένα κανάλι που τρέχει δίπλα στο βασικό κανάλι της πλοκής. Τα ένθετα από τα ημερολόγια και τα σημειωματάρια είναι πολύτιμες σκέψεις και καταθέσεις του Τσίρκα, που μας δείχνουν πολλά στοιχεία για την περιπέτεια της δημιουργίας. Όπως ξέρουμε, ο Τσίρκας μετά από αυτό το έργο, με τη «Λέσχη», διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα και γενικά πέρασε δύσκολα. Η τριλογία αυτή γράφτηκε με πολύ πόνο και κόπο και απέναντι σε ένα κύμα αμφισβήτησης και ισχυρότατης κριτικής που δέχθηκε, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο αισθητικής. Δηλαδή θεωρήθηκε ότι όχι μόνο το βιβλίο αυτό πάει κόντρα στους συντρόφους, στο κόμμα και στις διεκδικήσεις του κινήματος, αλλά και πως με έναν τρόπο το βιβλίο είναι έξω από τα ελληνικά γράμματα, καθώς ο Τσίρκας έχει πάρει έναν «ευρωπαϊκό» δρόμο. Όλο αυτό, λοιπόν, το πώς ένας καλλιτέχνης διεκδικεί την αλήθεια, την ίδια του τη φωνή, πώς παλεύει με χίλια κύματα για να βρει τον χώρο του και να εκφραστεί σε δύσκολες εποχές, με πιέσεις ιδεολογικές και περιορισμούς αισθητικούς, ήταν κάτι που με ενδιέφερε πολύ να μπει μες στο έργο. Σε τελική ανάλυση είναι ο θεατής αυτός που θα κάνει τη σύνθεση όλων αυτών στο κεφάλι του, αυτού που βλέπει και αυτού που ακούει ως φωνή του ποιητή.»



Συνεπώς, η παράσταση είναι βασισμένη σε δύο άξονες, ο ένας αφορά την αφήγηση της «Λέσχης» και τοποθετείται στην Ιερουσαλήμ του ’40, ενώ ο δεύτερος εστιάζει στην ζωή του ίδιου του συγγραφέα, τη δεκαετία του ’60, οπότε και εκδίδει το συγκεκριμένο έργο. Σύντομα αυτή η αίσθηση απουσίας «βάθους» και «προοπτικής» υποχωρεί και μιλάω εσκεμμένα με ζωγραφικούς όρους: Στο βάθος της σκηνής, καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, βλέπουμε έναν από τους ήρωες να ζωγραφίζει ένα τοπίο. Πρόκειται για την ίδια την πόλη της Ιερουσαλήμ. Για τούτο το ρόλο, η Έφη Θεοδώρου μας λέει:

«Μου αρέσει να αξιοποιώ τις αρετές και τα προσόντα των ηθοποιών. Είχα, λοιπόν, τον Θανάση Δήμου, εξαιρετικό ηθοποιό αλλά και εξαιρετικό σκιτσογράφο. Έχει ασχοληθεί με αυτό και έχει εκδώσει βιβλία. Αναρωτιόμασταν αυτός ο Ουίντερ, που είναι ο εγκέφαλος της Λέσχης, πού δουλεύει; Πώς μπορεί να οπτικοποιηθεί το γεγονός ότι αυτός κινεί στα κρυφά τα νήματα; Και πως μπορεί να γίνει φανερός και ο πόλεμος, που δεν αναφέρεται ρητά, αλλά πρέπει να τον αισθανθούμε; Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι αυτά τα κρυφά νήματα του Ουίντερ πρέπει κάπως να είναι ορατά στην παράσταση. Αυτός είναι με την πλάτη στο κοινό και ζωγραφίζει. Τι ζωγραφίζει; Αυτό που θα αποκαλυφθεί στο τέλος. Μας κάνει μια εικόνα της Ιερουσαλήμ, μέσα από την οποία αυτός ο ήρωας έχει συλλάβει τη θεωρία της Λέσχης. Έχουμε δηλαδή έναν ηθοποιό που σε πραγματικό χρόνο παράστασης κάνει ένα εικαστικό έργο αξίας –μάλιστα θα πωλείται και στο τέλος. Κάθε βραδιά ολοκληρώνει ένα διαφορετικό έργο στον ρυθμό της παράστασης.»


Η σκηνοθεσία είναι ιδιαιτέρως ευρηματική όσον αφορά αυτό το πέρασμα στην απόδοση του βάθους, του παρασκηνίου, του τι συμβαίνει πίσω από όσα εξελίσσονται σε πρώτο πλάνο. Προσωπικά είχα την αίσθηση ότι παρακολουθώ ένα «θεατρικό» Inception. Μία θεατρική απόδοση του πως μπορεί κανείς να αφηγηθεί μια ιστορία, περνώντας από το ένα επίπεδο στο επόμενο, και στο επόμενο, μέχρι την τελική αποκάλυψη... Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, εκτός από τη Ζωγραφική, η παράσταση επιστρατεύει και τη Μουσική:

«Ο Θανάσης Βλαβιανός, εξαιρετικός μουσικός, παίζει πάρα πολλά όργανα. Μόνο πιάνο δεν ήξερε και έμαθε για την παράσταση. Θεώρησα, λοιπόν, πολύ λογικό αυτός ο ευγενικής καταγωγής τέως Υπουργός της Αυστρίας, να τραγουδάει μελοποιημένα ποιήματα του Hölderlin . Η μελοποίηση έγινε από τον Νίκο Πλάτανο. Στην ουσία, αξιοποιώντας αυτές τις δεξιότητες των ηθοποιών φτιάχνεται ένας άλλος κόσμος, που όμως συνδέεται με την κεντρική δράση. Πάντα λαμβάνω υπόψη τις ιδιαίτερες ικανότητες των ηθοποιών. Οι ηθοποιοί-μουσικοί είναι σπάνια όργανα επί σκηνής: λειτουργούν οι ίδιοι μουσικά, έχουν και πολύ καλή αίσθηση του ρυθμού. Και πάντα μου αρέσει η μουσική να είναι ζωντανή στην παράσταση. Είναι κάτι αναντικατάστατο. Καμιά ηχογραφημένη μουσική δε θα πιάσει την ανάσα της παράστασης. Το να έχουμε ζωντανή μουσική επί σκηνής είναι μοναδική εμπειρία. Και μάλιστα, αν δεν είναι μουσικοί που είναι σε μια γωνιά πεταμένοι, αλλά είναι ηθοποιοί μουσικοί, ακόμα καλύτερα.» αναφέρει σχετικά η Έφη Θεοδώρου.






Έτσι, μέσα από την αρμονική συνύπαρξη του θεατρικού λόγου, της ποίησης, της ζωγραφικής και της μουσικής, κάθε πρόσωπο κλειδί στην ιστορία έχει τη δική του στιγμή, κατά την οποία φωτίζεται και μας δείχνει τις επιμέρους πτυχές του «εκεί και τότε», ενώ αυτόματα μπορούμε να κάνουμε τη σύνδεση με το «εδώ και τώρα»: Η Ρόζα και το ναυάγιο με τους πρόσφυγες, όπου έχασε το παιδί της, το όνειρο του Μάνου και η συνάντησή του με τον Θάνατο, η νοσταλγία του Βασίλη για τη γαζία έξω απ’ το σπίτι του και η ευχή του για έναν κόσμο «καλύτερο από τον παλιό, μα να ‘ναι πάλι ο παλιός». Και βέβαια οι παραληρηματικοί μονόλογοι της Φράου Άννας, που διατρέχουν ολόκληρη την αφήγηση: «Ποιος σε κατάλαβε ποτέ; Άννα, εσύ που έκανες να βουβαίνονται τ’ αηδόνια…»




            “Ποιος σε κατάλαβε ποτέ; Άννα, εσύ που έκανες να βουβαίνονται τ’ αηδόνια.”



Η θεατρική μεταφορά της «Λέσχης» δεν είναι παρά ένα έργο απόλυτα σημερινό. Οι ήρωες του, «ανδρείκελα στα χέρια σκληρών ανθρώπων», βιώνουν έναν «κατακερματισμό σε όλα τα επίπεδα», όπως μας περιγράφει η σκηνοθέτης, «βρίσκονται όλοι ξεριζωμένοι σε ξένο τόπο, ο πόλεμος αποφασίζει για τις ζωές τους, κάποιοι άλλοι δηλαδή αποφασίζουν για τις τύχες τους. Η ίδια απειλή πάνω στις ζωές, τις τύχες και τις μοίρες ανθρώπων και κρατών, είναι με έναν τρόπο παρούσα και σήμερα.»

Παράλληλα, η δραματουργική ματιά είναι απόλυτα σύγχρονη, με έμφαση και πίστη στις δυνατότητες και την αντίληψη του θεατή. Σαν ένας γρίφος που εναποτίθεται στα χέρια του, προκειμένου να τον ξεκλειδώσει.
«Είναι ο ίδιος ο Τσίρκας που καταφέρνει με έναν τρόπο να «φτιάχνει» έξυπνους αναγνώστες», σημειώνει η Έφη Θεοδώρου. «Έτσι και η παράσταση πρέπει να φτιάξει χειραφετημένους και έξυπνους θεατές. Δεν ήθελα να διευκολύνω την πρόσληψη, την άφησα να τρέχει στο ρυθμό του βιβλίου. Τήρησα απολύτως την αφηγηματική γραμμή του βιβλίου και άφησα τον θεατή στην ίδια αμηχανία που πολλές φορές είναι και ο αναγνώστης. Αυτό θεώρησα ότι είναι σωστό να γίνει. Έτσι, μετά το τέλος της παράστασης ή ακόμη και την επομένη, στο σπίτι του κανείς, να σκεφτεί και άλλα πράγματα.»




“Η ματιά σου έχει ξανά ‘κείνη τη λάμψη που μ’ έκανε να πιστεύω πως κάτι αξίζω κι εγώ;”



Από  τις 17 Μαρτίου έως και 28 Μαϊου στο Yπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

Ταυτότητα παράστασης
Δραματουργία- Σκηνοθεσία: ‘Εφη Θεοδώρου
Σκηνικά- Κοστούμια: ‘Αση Δημητρολοπούλου
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Συνεργάτις δραματουργός: Παναγιώτα Κωνσταντινάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Παρασκευή  Λυπημένου

Διανομή ( με αλφαβητική σειρά)
Θανάσης Βλαβιανός, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Γιώργος Κριθάρας, Κατερίνα Λυπηρίδου, Μανώλης Μαυροματάκης, Γιώτα Μηλίτση, Ηλέκτρα Νικολούζου, Δημήτρης Πασσάς, Μάνος Στεφανάκης

Τα επόμενα δυο μέρη της τριλογίας θα παρουσιαστούν ως εξής:
Οκτώβριος 2017 «Aριάγνη», σκηνοθεσία Γιάννης Λεοντάρης
Ιανουάριος 2018 «Η Νυχτερίδα», σκηνοθεσία Αρης Τρουπάκης

Χώρος Διεξαγωγής:
Θέατρο Τέχνης, Υπόγειο (Πεσμαζόγλου 5)
τηλ. 2103228706

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη: 20.00 Πέμπτη-Παρασκευή- Σάββατο 20.30, Κυριακή: 19.00

Διάρκεια 180 λεπτά με το διάλειμμα

Τιμές Εισιτηρίων:
Τετάρτη & Παρασκευή: 15 ευρώ γενική, 10 ευρώ μειωμένο και 8 ευρώ οι άνεργοι
Πέμπτη: 10 ευρώ γενική είσοδος
Σάββατο: 18 ευρώ γενική και 12 ευρώ μειωμένο και 8 ευρώ οι άνεργοι
Κυριακή: 16 ευρώ γενική και 12 ευρώ μειωμένο και 8 ευρώ οι άνεργοι



http://www.theatro-technis.gr/akivernites-polities-tou-strati-tsirka-1o-meros-leschi/


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

«Το Όνειρο της Μόλυ» στο Παλλάς

Κάθε Σάββατο και Κυριακή η σκηνή του θεάτρου Παλλάς γεμίζει με συναρπαστικές μελωδίες, φωτεινά χρώματα, ακροβάτες, κλόουν και ζογκλέρ. Είναι ο γοητευτικός θίασος του τσίρκου Cachivache, που παρουσιάζει «Το Όνειρο της Μόλυ», μια παράσταση που απευθύνεται σε όλη την οικογένεια και σε κοινό κάθε ηλικίας. Πρόκειται για ένα θέαμα με γρήγορες εναλλαγές –συνεπώς, άψογα προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδικού κοινού– αλλά και με έξυπνο χιούμορ, καλοδουλεμένα τραγούδια και εντυπωσιακά ακροβατικά. 

Από την Ιωάννα Κοροπιώτη


«Οι ενήλικες το ευχαριστούνται εξίσου και καμιά φορά και περισσότερο», είπε στο culturelovers ο Μανώλης Καρυωτάκης, που υπογράφει μεταξύ άλλων το σενάριο της παράστασης:  «Υπάρχουν πράγματα που αγγίζουν περισσότερο τα παιδιά και άλλα που αγγίζουν τους μεγάλους. Τα παιδιά ευχαριστιούνται και εξιτάρονται με το θέαμα, ενώ τους ενήλικες τους πιάνει μια συγκίνηση. Υπάρχουν επίσης κάποια αστεία που τα πιάνουν πιο εύκολα οι μεγάλοι απ’ ότι τα παιδιά. Βλέπω συνεπώς ότι και οι μεγάλοι που έρχονται το χαίρονται.»

«Το Όνειρο της Μόλυ» είναι η ιστορία ενός μικρού ορφανού κοριτσιού, που ονειρεύεται να παίξει μια μέρα στο τσίρκο. Ένα βράδυ το σκάει από το ορφανοτροφείο και τον αυταρχικό του

διευθυντή και στον ύπνο της βλέπει ένα όνειρο, τόσο ζωντανό που δύσκολα μπορεί κανείς να πει αν ήταν πραγματικότητα ή όχι. Οι θεατές της παράστασης παρακολουθούν με τη σειρά τους όσα συμβαίνουν στο όνειρο της ηρωίδας, που τοποθετούνται κάπου ανάμεσα στη χώρα της φαντασίας και στο «εδώ και τώρα».

Βλέπουν να περνούν από μπροστά τους ακροβάτες, ζογκλέρ, παλιάτσοι και άλλοι ήρωες, που συνοδεύονται από τις μουσικές μιας μπάντας, με μόνιμη παρουσία στη σκηνή. Και είναι ακριβώς αυτή η σύμπραξη πολλών τεχνών και ανθρώπων, με διαφορετική αφετηρία και διαφορετικές δεξιότητες, που κάνει την παράσταση τόσο ξεχωριστή.


 «Η ομάδα λειτουργεί περίπου έξι χρόνια» μάς είπε ο Μ. Καρυωτάκης, μετά το τέλος της παράστασης και αφού πρώτα ο ίδιος, αλλά και ολόκληρος ο θίασος, υπέγραψε αυτόγραφα κι έβγαλε αναμνηστικές φωτογραφίες με τους μικρούς θεατές. «Είμαστε όπως είδατε διάφοροι… Άλλοι είναι μουσικοί, άλλοι είναι ακροβάτες, ζογκλέρ, ηθοποιοί, κλόουν και έτσι υπήρξε μια ανάγκη να συνδυάσουμε όλες αυτές τις τέχνες, να μάθουμε  ο ένας απ’ τον άλλον και να παρουσιάσουμε κάτι που να τα φέρνει όλα αυτά μαζί.»


Δεν είναι, όμως, μονάχα το συναρπαστικό θέαμα που απολαμβάνει κανείς σε αυτήν την παράσταση. Στον πυρήνα της ιστορίας κρύβεται ένα «δίδαγμα» και ένα μήνυμα βαθιά φιλοσοφικό: Η Μόλυ συναντά στο όνειρό της έναν παλιάτσο, που της μιλάει για τα πέντε βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς, αν θέλει να κάνει πραγματικότητα τα όνειρά του. Αρχικά απαιτείται μια ιδέα, που όμως δεν φτάνει από μόνη της για να πραγματοποιήσει τα όνειρά μας. Αυτή η ιδέα θα πρέπει να γίνει πράξη. Μια πράξη που επαναλαμβάνει κανείς συχνά γίνεται συνήθεια και η συνήθεια με τη σειρά της μπορεί να διαμορφώσει τον χαρακτήρα. Επειδή, όπως υποστήριζε ο Ηράκλειτος, «η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του», αυτός αποτελεί και το κλειδί, ώστε να ανακαλύψει κανείς τις βαθύτερες επιθυμίες του και τελικά να καταφέρει να τις εκπληρώσει.


Ήταν, λοιπόν, το «δίδαγμα» χωρίς καμιά διάθεση «διδακτισμού» αυτό που καταφέρνει να κάνει το «Όνειρο της Μόλυ» κάτι παραπάνω από μια γοητευτική παράσταση τσίρκου. Για τον Μ. Καρυωτάκη αυτό είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την ίδια τη φύση του τσίρκου: «Είναι ο ρόλος του παλιάτσου αυτός… Ο παλιάτσος έχει να δώσει μηνύματα και διδάγματα, αλλά τα κάνει μέσα από το παιχνίδι. Δεν γίνεται ποτέ «διδακτικός», γιατί σε αυτήν την περίπτωση παύει να είναι παλιάτσος… Είναι όλο ένα παιχνίδι. Γιατί ο κόσμος, και καλά κάνει βέβαια, έχει την τάση απέναντι σε ένα δίδαγμα να γίνεται αμυντικός. Ενώ αν όλο αυτό γίνει σαν ένα παιχνίδι, αυτή η άμυνα καταλύεται.»

Το όλο θέμα με τα πέντε βήματα προς την πραγματοποίηση του ονείρου δεν τέθηκε καθόλου τυχαία: «Φυσικά και θέλαμε να υπάρχει περισσότερο βάθος και με ενδιέφερε να μπει ένα φιλοσοφικό στοιχείο μέσα στην παράσταση» αναφέρει σχετικά με το ζήτημα ο Μ. Καρυωτάκης: «Βέβαια, αυτό ταίριαξε πάρα πολύ και εξυπηρέτησε το σενάριο και σε σχέση με τα νούμερα, οπότε ταίριαξε και στην προώθηση της δράσης.»

 «Το όνειρο της Μόλυ» είναι μια παράσταση που

ισορροπεί ανάμεσα στο θέατρο, τη μουσική και το τσίρκο, με την ίδια ευκολία που οι ακροβάτες του Cachivache ισορροπούν πάνω στο τεντωμένο σχοινί ή στα ποδήλατά τους –ξέρετε, εκείνα που έχουν μόνο μία ρόδα… Είναι ένα έργο που «λειτουργεί» σε πολλά επίπεδα, πετυχαίνοντας έτσι να κερδίσει διαφορετικές «ομάδες κοινού», καθώς επίσης και παράταση παραστάσεων μέχρι τον Απρίλη.

Πληροφορίες

Θέατρο Παλλάς: Βουκουρεστίου 5 (City Link)
Διάρκεια Παράστασης:
2 ώρες με διάλειμμα
Εισιτήρια: 12 ευρώ
Προπώληση Εισιτηρίων:
Τηλεφωνικά: 210 9213310
Καταστήματα: Public, Seven Spots, Media Markt
Online Αγορά Εισιτηρίων: viva.gr
Συντελεστές

Σενάριο: Μανώλης Καρυωτάκης
Σκηνοθεσία: Μανώλης Καρυωτάκης – Esther Andre Gonzalez
Σύνθεση: η μπάντα του τσίρκο Cachivache
Μουσική επιμέλεια: Μιχάλης Στεφανίδης
Στίχοι: Μανώλης Καρυωτάκης – Ερμιόνη Δόβα
Σκηνικά: Χρήστος Κωνσταντέλος
Φωτισμοί: Άννα Σμπώκου
Ενδυματολόγος: Δέσποινα Μακαρούνη
Βοηθός Ενδυματολόγου & Φροντιστήριο: Μύρα Μεϊμάρη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γαλήνη Θεοδώρα Μπενετάτου
Παραγωγή: Σοφή Κουκουβάγια
sofikoukouvagia.com

Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά:

Άγγελος Αργυρόπουλος: τρομπέτα, νέϋ, τσαμπούνα, ηθοποιός
Ερμιόνη Δόβα: τραγούδι, ηθοποιός
Μανώλης Καρυωτάκης: τραγούδι, ακροβατικά, ζογκλερικά, ηθοποιός
Βαγγέλης Κρητικός: κρουστά, ηθοποιός
Σπύρος Μάστορας: κοντραμπάσο, τρομπόνι, ζογκλερικά, ηθοποιός
Αγγελική Μερεντίτη: ακροβατικά, ζογκλερικά, ηθοποιός
Δημήτρης Μπακόπουλος: κιθάρα, κοντραμπάσο, ηθοποιός
Νίκος Μπακόπουλος: σαξόφωνο
Άλβαρο Ραμίρεζ: ακροβατικά, ζογκλερικά, ηθοποιός
Μιχάλης Στεφανίδης: κιθάρα, τρομπέτα, μεταλλόφωνο, ηθοποιός
Αντωνία Σωτηροπούλου: ακροβατικά, ηθοποιός
Πολυχρόνης Τόμπορης: ακροβατικά, ζογκλερικά, ηθοποιός
Χρύσα Τραϊκοπούλου: ακροβατικά, ηθοποιός
Βιογραφικά Συντελεστών