Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αναζητώντας τη χαμένη αθωότητα “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές”



Γράφει η Βίκυ Καλοφωτιά


Υπάρχουν παιδιά που αγωνίζονται μια ολόκληρη ζωή να εξασφαλίσουν μια αγκαλιά διαρκείας από τη μητέρα που τα γέννησε. Μεγαλώνουν με τη λαχτάρα να κουρνιάσουν
μέσα στα χέρια της και να βρουν τη ζεστασιά, το χάδι, την τρυφερότητα και τη θαλπωρή που μόνο μια μητέρα μπορεί να δώσει στο παιδί της. Κι όμως κάποιες φορές κάτι τέτοιο μοιάζει με άπιαστο όνειρο αν δεν είσαι διατεθειμένος να περάσεις “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές” για να ανακαλύψεις την πραγματική αιτία και να αντικρίσεις την αλήθεια χωρίς “δίχτυ ασφαλείας”. Από όποια πλευρά κι αν βρίσκεσαι.


“Συνάντησα” ένα τέτοιο παιδί στις σελίδες ενός βιβλίου, που μέσα από τα λόγια της συγγραφέως, Ελένης Γαληνού, τολμά να μιλήσει χωρίς υπεκφυγές για όλα εκείνα που τα “πολιτισμένα κουκουλώματα”, οι ανούσιοι καθωσπρεπισμοί, οι τακτικές υποκρισίας και η τάση μας να σπρώχνουμε αυτά που δεν μας συμφέρουν, κάτω από το χαλί, δεν μας αφήνουν να δούμε. Γιατί φοβόμαστε να μάθουμε, να αντιμετωπίσουμε και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Γιατί έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και να ρίχνουμε τις ευθύνες αλλού. Στην κοινωνία, στο γείτονα, στις άσχημες συναναστροφές, στην ίδια τη ζωή. Οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό παραβλέποντας εντελώς το προσωπικό μας μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση των περιστάσεων και των εκάστοτε συνθηκών που καθορίζουν το παρόν και το μέλλον μας.
 

“Ένα παιδί που λαχταρούσε να το πάρει η μαμά του αγκαλιά και να το σφίξει τόσο δυνατά μέχρι να ακούσει τα κόκαλά του να τρίζουν. Ήθελε τη μαμά του πίσω”. Ο Λύσανδρος ή μετέπειτα ο Λίο, όπως επέβαλλε στον περίγυρό του να τον αποκαλεί, αφού ποτέ δεν απέκτησε επίγνωση της δύναμής του. Το “λιγόστεμα” της αυτοεκτίμησης όσο μεγάλωνε, έγινε σταδιακά και “λιγόστεμα” του ονόματός του σπέρνοντας από νωρίς το μίσος και το φθόνο μέσα στην παιδική του ψυχή.




Το πρωτότοκο παιδί που βλέπει την μέχρι πρότινος “κυριαρχία” του εντός της οικογενειακής εστίας να παραγκωνίζεται μεγαλώνοντας έτσι μοιραία στη σκιά του νέου μέλους της οικογένειας. Ένα νέο μέλος που με τα παιδικά του μάτια, του κλέβει μέσα από τα χέρια την αγάπη και την αποκλειστικότητα της μητρικής φιγούρας κάνοντάς τον να ζητιανεύει ψίχουλα προσοχής και ενδιαφέροντος για να νιώσει υπαρκτή οντότητα. Κι έτσι σκαρφίζεται τρόπους να “κλέψει” λίγη αγάπη. Λίγη μόνο αγάπη για να αντέξει το πολύ της μοναξιάς και της απομόνωσης στο μικρόκοσμο του παιδικού του μυαλού.


Και το παιδί αυτό ενηλικιώθηκε. Και αποφάσισε να “ατσαλωθεί” εξωτερικά κατασκευάζοντας μια πανοπλία έτσι ώστε να κρύψει κάτω από αυτήν, την ευαισθησία και το ευάλωτο της
ύπαρξής του και καταφεύγοντας στην κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ, στο εύκολο χρήμα και τις πρόσκαιρες απολαύσεις για να γεμίσει το κενό μέσα του. Ένα κενό που δεν έλεγε να κλείσει παρά μόνο με το χάδι της μητέρας που τελικά δεν ήρθε ποτέ σε αφθονία. Πάντα με το σταγονόμετρο και πάντοτε στα πεταχτά λες και ήταν κάτι λαθραίο για το οποίο θα αναγκαζόταν κανείς να λογοδοτήσει σε ένα φανταστικό δικαστήριο. 


Από την άλλη πλευρά μια μάνα, η Φλώρα, στο επίκεντρο ενός ερωτικού τριγώνου με δυο άντρες να την αγαπούν ολοκληρωτικά, ο καθένας με τον τρόπο του παραπαίοντας ανάμεσα στην κυριαρχία του πάθους, της εξάρτησης και μιας αγάπης που αγγίζει τα όρια της εμμονής. Δυο άνδρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που όμως τους ενώνει μια αόρατη κλωστή, ένας “γόρδιος δεσμός” μέχρι την τελευταία τους πνοή. Η αγάπη για μια γυναίκα που γίνεται “κλοιός” γύρω από το σώμα τους και τους παγιδεύει με τη συγκατάθεσή τους σε έναν αέναο κύκλο αμοιβαίου συναισθηματικού λαβώματος.


Η μια απιστία διαδέχεται την άλλη, όταν η κτητικότητα παίρνει διαστάσεις που οδηγούν σε αγεφύρωτα χάσματα, ανθρώπους, που η μοίρα τους έφερε μαζί για να αγαπηθούν κι όμως αυτοί ασυνείδητα αλληλοεξοντώνονται. Μέχρι τη στιγμή που η άμμος της κλεψύδρας εξαντλείται και τότε η αποκάλυψη της αλήθειας δεν χωρά άλλη αναβολή. Όσο κι αν πονάει.


“…τα σκουρόχρωμα πλακάκια γέμισαν ακαριαία θρύψαλα, μικροσκοπικά κρυσταλλάκια που λαμπύριζαν στον απαλό φωτισμό σαν έναστρος νυχτερινός ουρανός…”.  


Κομματάκια που μπορεί να φεγγοβολούν στο σκοτάδι κι όμως κρύβουν μέσα τους πόνο και δάκρυ από πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ και στο παραμικρό φύσημα του ανέμου αιμορραγούν. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι την καρδιά σου σε χέρια που τρέμουν, λένε.
Κι όμως, όταν δεν έχεις μάθει ποτέ πώς είναι το να αγαπάς και να σε αγαπούν πραγματικά, αφήνεις όχι μόνο την καρδιά, αλλά και τη ζωή σου ολόκληρη στα χέρια ανθρώπων που δε διστάζουν να τη “βγάλουν στο σφυρί” και να καλύψουν έτσι τα δικά τους ανομολόγητα κενά με οποιοδήποτε κόστος. Έστω κι αν αυτό περιλαμβάνει το στήσιμο μιας απάτης στις πλάτες αθώων υπάρξεων που γίνονται έρμαια αφού κάποιος άλλος αποφασίζει για εκείνους. Χωρίς εκείνους.


Εύα και Κάρλος. Μια αγνή ψυχή πάντοτε έλκει εκείνους που παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες διαιωνίζοντας τραύματα που “σαπίζουν” μέσα τους από την παιδική τους ηλικία. “Μια ψυχή χτισμένη μέσα σε τσιμέντο” πάντοτε θαμπώνεται από τη λάμψη των κεριών που, ενώ οι άνεμοι που τις ταλανίζουν είναι μανιασμένοι, εκείνα στέκονται γενναία και την τελευταία στιγμή κατορθώνουν να κρατήσουν την εσωτερική  τους σπίθα αναμμένη. Ακόμη κι αν φοβούνται το σκοτάδι…


Η Χρύσα και ο Λύσανδρος. Η αξία της φιλίας και του συναισθηματικού δεσίματος δυο ανθρώπων που ενώ χίλιοι δυο λόγοι θα μπορούσαν να τους χωρίσουν, εκείνοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον σε οποιαδήποτε ψυχική “κακοκαιρία”. Ιδίως τότε. Γιατί ακόμη και ο “άνθρωπος-ακλόνητος βράχος”, έρχεται η στιγμή που φθείρεται από τις αμέτρητες φορές που “σκάει πάνω του το κύμα”. “Ακόμη και οι πιο δυνατοί λυγίζουν”, πέφτουν, χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους και είναι τότε που έχουν περισσότερο ανάγκη από ποτέ, να τους απλώσει κάποιος το χέρι του όπως δεν το έκανε κάποτε εκείνη. Η μητέρα. 

 

Χρειαζόμαστε τελικά ανθρώπους που σαν δεκανίκια μας υποβαστάζουν κι εμείς επαναπαυόμαστε παραμένοντας αδρανείς επ’αόριστον; Αξίζει να παραμερίζει κάποιος τον εαυτό του θυσιάζοντάς τον στο όνομα μιας αγάπης που ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει πραγματική; Και για πόσο; Με ποιο σκοπό;


Ο γνωστός αέρας του “κυρίαρχου” συνήθως δεν τροφοδοτείται με επαίνους, επιβραβεύσεις και “χάιδεμα των αυτιών”, αλλά με πόνο, “πολτοποίηση” της ευαισθησίας και χτυπήματα κάτω από τη μέση και άρα πρόκειται για έναν αέρα τεχνητό που χρησιμεύει ως άμυνα των δήθεν “ισχυρών”. 

 

Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι έστω κι έτσι, έστω και την ύστατη στιγμή, το κάθε παιδί του χθες βρίσκει το δρόμο για την αγκαλιά της μάνας που χρόνια αναζητούσε, όταν συνειδητά αποφασίζει να υπερβεί τις προσωπικές του κόκκινες γραμμές και να σπάσει τα όρια που μέχρι πρότινος τον κρατούσαν πίσω από τα αυτοσχέδια “σίδερα της φυλακής”, που χωρίς να το κατανοεί, έχτιζε όλα αυτά τα χρόνια.


Ίσως τελικά κάποιες φορές η αλήθεια να έγκειται ακριβώς εκεί: στο να αντλούμε το
θάρρος και την τόλμη να περνάμε “πέρα από τις κόκκινες γραμμές” βρίσκοντας ξανά τη χαμένη μας αθωότητα. Μέσα από ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια που κλείνουν μέσα τους τον κόσμο ολόκληρο. Τα μάτια ενός παιδιού…


Και είναι εκείνη η στιγμή που το παιδί του χθες “βγάζει από πάνω του σαν παλιωμένο ρούχο τη μοναξιά του και την πετάει”


Γιατί έχει βρει πλέον τον εαυτό του και την αγάπη που τόσο καιρό του έλειπε για να συνεχίσει να ονειρεύεται, να αναπνέει, να ζει…

  

*Το βιβλίο της Ελένης Γαληνού, “Πέρα από τις κόκκινες γραμμές” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου