Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυάγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυάγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Ναυάγιο μαρτυρά τη χαμένη δόξα της Δρομολαξιάς-Βυζατζιάς της Κύπρου κατά την Εποχή του Χαλκού





Σε βάθος 45 μέτρων, ανοιχτά του Κας στη νοτιοδυτική Τουρκία αρχαιολόγοι εντόπισαν χαρακτηριστικές πλάκες χαλκού τύπου "oxhide", που αποτελούσαν βασικό εμπόρευμα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίπου 3.500 χρόνια πριν. Μετά από μαρτυρία δύτη οι αρχαιολόγοι εξερεύνησαν την περιοχή κοντά στο ακρωτήριο Ουλουμπουρούν, και άρχισαν ανασκαφές που θα διαρκούσαν μια δεκαετία, με περισσότερες από 22.000 καταδύσεις για την ανάσυρση των ευρημάτων. Το ναυάγιο αποδείχθηκε ένα από τα αρχαιότερα και πιο εντυπωσιακά στον κόσμο, αποκαλύπτοντας έναν μικρόκοσμο του διεθνούς εμπορίου της εποχής.

Το φορτίο του πλοίου περιλάμβανε περίπου 18.000 αντικείμενα συνολικού βάρους άνω των 17 τόνων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι 10 τόνοι χαλκού και ο ένας τόνος κασσίτερου — ποσότητες ικανές να παραγάγουν 11 τόνους μπρούντζου, αρκετούς για την κατασκευή 33.000 σπαθιών. Μαζί με αυτά βρέθηκαν χάντρες από φαγεντιανή και γυαλί, χαυλιόδοντες ελεφάντων, δόντια ιπποπόταμων, χρυσά και ασημένια κοσμήματα, όπλα, μουσικά όργανα και κεραμικά από διαφορετικούς πολιτισμούς, όπως τον αιγυπτιακό, τον μυκηναϊκό, τον νουβικό και τον ασσυριακό. Το ναυάγιο του Ουλουμπουρούν αποδεικνύει ότι η Ύστερη Εποχή του Χαλκού ήταν η πρώτη διεθνής περίοδος της Μεσογείου, με εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν χιλιάδες χιλιόμετρα και πολιτισμούς.

Κύπρος: Δρομολαξιά-Βυζατζιά και η βιομηχανία χαλκού

Η ανάλυση των πλακών χαλκού αποκάλυψε ότι προέρχονταν από την Κύπρο, η οποία διέθετε πλούσια κοιτάσματα και στρατηγική θέση στο σταυροδρόμι των μεγάλων πολιτισμών της εποχής. Η Κύπρος ήταν ο κύριος παραγωγός χαλκού στην Ανατολική Μεσόγειο, και η συμβολή της στην ανάπτυξη του εμπορίου ήταν καθοριστική. Οι πρόσφατες σουηδικές ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο Δρομολαξιά-Βυζατζιά, κοντά στη λίμνη Αλυκή Λάρνακας, έφεραν στο φως μια πόλη που εξειδικευόταν στην παραγωγή και εμπορία χαλκού και εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ευημερούντα εμπορικά κέντρα της εποχής. Η πόλη, γνωστή σήμερα ως Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, κοντά στο αεροδρόμειο σήμερα της Λάρνακας,  ιδρύθηκε γύρω στο 1630 π.Χ. και επεκτάθηκε σημαντικά μεταξύ 1500 και 1300 π.Χ., καλύπτοντας τουλάχιστον 60 στρέμματα, με ενδείξεις ότι μπορεί να έφτανε τα 120.

Ανασκαφές και αρχαιολογικά ευρήματα

Πλάκα χαλκού τύπου «δέρμα βοδιού»ς μοιάζει με τις πλάκες
που βρέθηκαν στο ναυάγιο της
Εποχής του Χαλκού στο Ουλουμπουρούν,.

Οι ανασκαφές της Νέας Σουηδικής Κυπριακής Αποστολής, υπό τη διεύθυνση του Πέτερ Φίσερ, αποκάλυψαν πολεοδομικό σχεδιασμό με δίκτυο δρόμων και κτιρίων, βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και εργαστήρια παραγωγής πορφυρού βαφής από μύδια μούρεξ — μια από τις πιο πολυτελείς βαφές της αρχαιότητας, σύμβολο βασιλικής εξουσίας. Παράλληλα, εντοπίστηκαν φούρνοι, καλούπια, χωνευτήρια και σκωρία χαλκού, αποδεικνύοντας την εκτεταμένη μεταλλουργική δραστηριότητα της πόλης. Ένα ιδιαίτερο εύρημα ήταν ένα αγαλματίδιο θεότητας, γνωστό ως «Θεός της Πλάκας Χαλκού», που στέκεται πάνω σε βάση με σχήμα oxhide — σύμβολο της οικονομικής δύναμης και της τεχνολογικής εξέλιξης της εποχής.   Σημειώνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν υπεδάφιο ραντάρ και μαγνητομετρικός εξοπλισμός, μέσα στα πλαίσια του προγράμματος συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου του Gothenburg (Καθ. Peter Fischer) και του Πανεπιστημίου της Βιέννης (Δρ. Immo Trinks).

 Μια θεότητα γνωστή ως «Θεός της Πλάκας Χαλκού»,
η οποία στέκεται πάνω σε βάση
με σχήμα πλάκας τύπου «δέρμα βοδιού».
Βρέθηκε Έγκωμη, κοντά στη Λευκωσία

Ναυσιπλοΐα και η παραγωγή Χαλκού στην Κύπρο

Η αναζήτηση συγκεκριμένων μετάλλων έχει συχνά οδηγήσει σε εξερευνήσεις, και στην πορεία της ιστορίας, πολιτισμοί έχουν αρχίζει τολμηρές αποστολές για να αποκτήσουν χρυσό, ασήμι ή άλλα πολύτιμα υλικά. Η Εποχή του Χαλκού ήταν η πρώτη μεγάλη εποχή της ναυσιπλοΐας, εν μέρει λόγω της βελτιωμένης τεχνολογίας ναυπήγησης — χάρη στην εμφάνιση των εργαλείων από μπρούντζο. Η εξερεύνηση τροφοδοτήθηκε επίσης από την ανάγκη για χαλκό, απαραίτητο για την παραγωγή περισσότερου μπρούντζου. Αυτές οι συνθήκες κατέστησαν την Κύπρο ένα από τα πιο ζωτικά σημεία της Μεσογείου κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και πέραν αυτής. Για περισσότερα από 2.000 χρόνια, έως την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κύπρος ήταν ο σημαντικότερος παραγωγός χαλκού στη Μεσόγειο. Η σύνδεση της Κύπρου με το μέταλλο ήταν τόσο ισχυρή, ώστε η αγγλική λέξη “copper” προέρχεται από τη λατινική λέξη cuprum και τη φράση aes cyprium, που σημαίνει «μέταλλο της Κύπρου».

Αρχαίες μαρτυρίες και η συνδεση με την Λεκάνη της Μεσογείου

Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά στον κυπριακό χαλκό βρίσκεται σε μια σφηνοειδή πινακίδα του 18ου αιώνα π.Χ. από την πόλη-κράτος Μαρί στη σημερινή Συρία, η οποία αναφέρει ένα «βουνό χαλκού» στην Αλασία — το ακκαδικό όνομα της Κύπρου. Απόδειξη της σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας της Κύπρου στο εμπόριο χαλκού κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούν οι Επιστολές της Αμάρνα, μια συλλογή αλληλογραφίας του 14ου αιώνα π.Χ. μεταξύ των Αιγυπτίων φαραώ Αμενχοτέπ Γ΄ και Ακενατών και ξένων δυνάμεων όπως οι Χετταίοι και οι Βαβυλώνιοι. Υπάρχουν οκτώ επιστολές μεταξύ της Αιγύπτου και ενός άγνωστου βασιλιά της Κύπρου, πέντε από τις οποίες αναφέρουν αποστολές χαλκού από το νησί προς την Αίγυπτο. Κάθε αποστολή περιλάμβανε χιλιάδες κιλά, παρόμοια με το φορτίο του ναυαγίου του Ουλουμπουρούν. Βασιλείς και ηγέτες από όλη τη Μεσόγειο έστελναν τα πλοία τους στην Κύπρο, πολλά από τα οποία κατέληγαν στη Δρομολαξιά-Βυζατζιά .

Ένας Μινωικός κρατήρας (αριστερά)  του 1400 π.Χ. από την Κρήτη
και ένα Μυκηναικός  (δεξιά) οοτυ 1.300 π Χ. από την Ηπειρωτική Ελλάδα
καταττεικνύουν την συνδεση με τον Ελλαδικό χώρο.

Η αρχαία πόλη φαίνεται πως υπέστη καταστροφή λίγο μετά το 1200 π.Χ., γεγονός που οδήγησε στην οριστική της εγκατάλειψη. Παρότι η τελευταία φάση κατοίκησης συνοδεύεται από την παραγωγή πιστών αντιγράφων μυκηναϊκών αγγείων, έχουν επίσης εντοπιστεί αυθεντικά εισαγόμενα αντικείμενα από τον μυκηναϊκό κόσμο. Αυτό το στοιχείο ενισχύει την εκδοχή ότι πληθυσμοί από τον ελλαδικό χώρο και τα νησιά του Αιγαίου εγκαταστάθηκαν στην πόλη, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι ομάδες αυτές φαίνεται πως δεν παρέμειναν για πολύ, καθώς σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, ενδέχεται να μετακινήθηκαν ανατολικότερα, πιθανόν μαζί με τον ντόπιο πληθυσμό. Η πορεία τους φαίνεται να τους οδήγησε στην περιοχή της Γάζας και ακόμη πιο πέρα, προς την Κοιλάδα του Ιορδάνη, εκεί που έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά ευρήματα που συνδέονται τόσο με την Κύπρο όσο και με το Αιγαίο.

Πηγή: archaeology.org/, sigmalive.com/

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

Ποιο μυστικό κρύβει ναυάγιο της Εποχής του Χαλκού με μινωικούς θησαυρούς;






Ένα εντυπωσιακό ναυάγιο της Εποχής του Χαλκού, που εντοπίστηκε το 2018 ανοιχτά της Κουμλούτσα στην Τουρκία και ανασκάφηκε συστηματικά από το 2022 έως το 2024, φέρνει στο φως πολύτιμα ευρήματα. Το πλοίο, μήκους περίπου 11–12 μέτρων, βυθίστηκε πιθανότατα κοντά στο ακρωτήριο Γελιδόνυα κατά τη διάρκεια καταιγίδας, ενώ μετέφερε φορτίο χαλκού και αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

Χάλκινες ράβδοι, μολύβδινα βαρίδια και ένα μινωικό στιλέτο αποκαλύπτουν εμπορικές σχέσεις Κύπρου, Ανατολίας και Κρήτης πριν από 3.600 χρόνια!

Τι βρέθηκε στο ναυάγιο της Κουμλούτσα

Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από ειδικούς του Πανεπιστημίου Akdeniz και του Ινστιτούτου Ναυτικής Αρχαιολογίας (INA), σε βάθος 39 έως 53 μέτρων. Μέχρι το 2024 είχαν ανακτηθεί:

52 χάλκινες ράβδοι σε σχήμα μαξιλαριού

19 ράβδοι σε σχήμα δίσκου

8 μικρά θραύσματα χαλκού

2 μολύβδινα βαρίδια βάρους 22 και 45 γραμμαρίων

Ένα χάλκινο στιλέτο με ασημένια καρφιά

Θραύσματα κεραμικών, αγκίστρι, χάλκινη βελόνα και θρυμματισμένο χάλκινο μπολ

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι το πλοίο μετέφερε εμπορεύματα, πιθανώς από την Κύπρο, προς τα μινωικά ανάκτορα της Κρήτης, ενισχύοντας την άποψη ότι υπήρχε ενεργό εμπορικό δίκτυο στην ανατολική Μεσόγειο κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού.


Η σημασία των χάλκινων ράβδων και η προέλευσή τους

Οι χάλκινες ράβδοι θεωρούνται κλειδί για την κατανόηση του ναυαγίου. Αν και η ακριβής προέλευσή τους δεν έχει προσδιοριστεί λόγω περιορισμών στις αναλύσεις στο εξωτερικό, οι ερευνητές εκτιμούν ότι προέρχονται από την Κύπρο, η οποία ήταν ο κύριος εξαγωγέας χαλκού στη Μεσόγειο εκείνη την εποχή.

Η ποικιλία στην καθαρότητα των ράβδων, με κάποιες να περιέχουν υψηλά επίπεδα σιδήρου, υποδηλώνει διαφορετικές τεχνικές τήξης ή πηγές μεταλλεύματος. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι το πλοίο συμμετείχε σε σύνθετο εμπορικό δίκτυο που περιλάμβανε την Κύπρο, την Ανατολία και την Κρήτη.


Το μινωικό στιλέτο και η πιθανή παρουσία Κρητικού εμπόρου

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα είναι το χάλκινο στιλέτο με ασημένια καρφιά, το οποίο μοιάζει έντονα με όπλα που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη μεταξύ 1700 και 1600 π.Χ. Οι ειδικοί θεωρούν ότι πρόκειται για «μακρύ στιλέτο» μινωικής κατασκευής ή προέλευσης, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή παρουσία Κρητικού εμπόρου στο πλοίο.

Τα μολύβδινα βαρίδια που βρέθηκαν, με δισκοειδές σχήμα, αντιστοιχούν σε μινωικά συστήματα μέτρησης και διαφέρουν από τα αντίβαρα της Αιγύπτου και της Εγγύς Ανατολής. Αυτή η λεπτομέρεια ενισχύει τη θεωρία της σύνδεσης του ναυαγίου με τον μινωικό πολιτισμό.


Τι εκτιμούν οι ειδικοί για την χρονολόγηση και τη σημασία του ναυαγίου

Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Maritime Archaeology, το πλοίο πιθανότατα βυθίστηκε γύρω στον 16ο αιώνα π.Χ. ή και νωρίτερα. Οι ερευνητές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο μελλοντικά ευρήματα να υποδείξουν ακόμη παλαιότερη χρονολόγηση και ισχυρότερη σύνδεση με την Κρήτη.

Το ναυάγιο της Κουμλούτσα αποτελεί σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη που φωτίζει τις εμπορικές σχέσεις και τις πολιτισμικές ανταλλαγές στην ανατολική Μεσόγειο κατά την Εποχή του Χαλκού. Οι ενδείξεις για μινωική παρουσία ενισχύουν την εικόνα μιας εποχής που η θάλασσα ένωνε πολιτισμούς και ανθρώπους.


πηγή: https://www.labrujulaverde.com/

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

70 αμφορείς ανελκύθηκαν από το ναυάγιο του Μαζωτού! Ίχνη για το εμπόριο στο Αιγαίο & την Αν.Μεσόγειο


Εβδομήντα εν μέρει ή πλήρως διατηρημένοι Χιακοί αμφορείς εντοπίστηκαν και ανελκύστηκαν  από το ναυάγιο 4ου αιώνα π.Χ., στη θαλάσσια περιοχή του χωριού Μαζωτού, στην Λάρνακα της Κύπρου, σε βάθος 45 μέτρων το οποίο ερευνάται από τους ειδικούς από το 2007. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αμφορείς είχαν κατά πάσα πιθανότητα κρασί αλλά τουλάχιστον ένας ήταν γεμάτος ελιές, ενδεχομένως για κατανάλωση από το πλήρωμα. Επίσης, εντοπίστηκαν δύο αλιευτικά βάρη, τα οποία μας προσφέρουν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί η εικόνα της ζωής των εμπόρων της εποχής. 
Τα στοιχεία αυτά έδωσε στη δημοσιότητα Τμήμα Αρχαιοτήτων, το Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων της Κύπρου μετά την ολοκλήρωση της έβδομης πλήρους ανασκαφικής περιόδου.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες θεωρείται ότι είναι το πρώτο ναυάγιο αυτής της περιόδου που εντοπίστηκε στη Ν.Α Μεσόγειο να μεταφέρει Χιακούς αμφορείς, σε βάθος που μπορούν να εργαστούν δύτες. Συνεπώς, η επιστημονική του σημασία είναι μεγάλη καθώς η έρευνά του μπορεί να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν τους θαλάσσιους δρόμους και το εμπόριο μεταξύ των λαών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου κατά την ύστερη κλασσική περίοδο.

Το έργο διεξάγεται από το Εργαστήριο Θαλάσσιων Αρχαιολογικών Ερευνών (MARELab) της Μονάδας Αρχαιολογικής Έρευνας του Πανεπιστημίου Κύπρου σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κύπρου υπό τη διεύθυνση της Δρ Στέλλα Δεμέστιχα, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας . Η φωτογραμμετρική χαρτογράφηση του χώρου συντονίστηκε από τον Δρ. Δημήτριο Σκαρλάτο, Επίκουρο Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Γεωπληροφορικής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου.
Αυτή τη στιγμή εκτιμάται ότι ο αριθμός των αμφορέων που στοιβάζονταν κάτω από το εμπρόσθιο τμήμα του κάδου του πλοίου ότι είναι  ενενήντα εννέα . Ο στόχος της φετινής ανασκαφικής περιόδου ήταν να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η ανασκαφή της περιοχής του τόξου του αρχαίου πλοίου.
Σημειώνεται ότι μόνο δύο ημέρες πριν από το τέλος της ανασκαφικής περιόδου, ένα από τα πολύ καλύτερα διατηρημένα τμήματα του πλοίου άρχισε να εμφανίζεται, γεγονός που αποτελεί πολλά υποσχόμενη ένδειξη ότι θα βρεθούν πιο συνεκτικά στοιχεία σχετικά με την τεχνολογία της ναυπηγικής βιομηχανίας.

Μετά από προσεκτική μελέτη των ευρημάτων, έχει ήδη φανεί ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ναυπηγικής τεχνολογίας σχετικά με τις παραδόσεις δύο σημαντικών μεσογειακών ναυτικών, των Ελλήνων και των Φοίνικων. Συγκεκριμένα, αυτές οι δύο τεχνικές που βρέθηκαν στο ίδιο πλοίο προσθέτουν ένα σημαντικό κομμάτι στο παζλ που είναι η ιστορία της κλασσικής ναυπηγικής στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η ιστορία έχει μέχρι στιγμής βασιστεί μόνο σε δύο ναυάγια που ανασκάφηκαν: ο Μάανγκαν Μιχαήλ, το Ισραήλ, που χρονολογείται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και το ναυάγιο της Κερύνειας, Κύπρος, χρονολογείται στις αρχές του τρίτου αιώνα π.Χ. Έτσι, το ναυάγιο του Μαζωτού που χρονολογείται τον 4ο αιώνα π.Χ., ταιριάζει μεταξύ αυτών των δύο και καλύπτει ένα κενό στην ανάπτυξη της ναυτικής τεχνολογίας στην αρχαιότητα.

Η ερευνητική ομάδα αποτελείται από 43 μέλη (αρχαιολόγους, δύτες και μαθητές), οι περισσότεροι εθελοντές από την Κύπρο και οκτώ διαφορετικές χώρες: Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, ΗΠΑ, Ιταλία, Σλοβενία, Πολωνία και Γερμανία. Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Honor Frost, την CYTAVISION, το ίδρυμα THETIS και το Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Πηγές: archaeologynewsnetwork, ucy.ac.cy


Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Ταξίδι στον άγνωστο κόσμο του βυζαντινού εμπορίου μέσα από ένα ναυάγιο


Ο κόσμος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ή Βυζαντινής όπως συνηθίζεται να την αποκαλούμε) κρατά ακόμα καλά κρυμμένα μυστικά, που μόλις τώρα έχουν αρχίσει να αποκαλύπτονται από τους αρχαιολόγους. Πριν από 1.500 χρόνια, ένα βυζαντινό εμπορικό πλοίο έπλεε εν μέσω τρικυμίας ανοικτά των ακτών της Σικελίας, μεταφέροντας πολλά διακοσμητικά εξαρτήματα που προορίζονταν για την κατασκευή εκκλησίας, όπως μαρμάρινες στήλες, πέτρινες βάσεις, ακόμα και έναν άμβωνα! 
Το πλήρωμα πιθανότατα να έτρεφε ελπίδες ότι θα κατάφερνε να φθάσει στο ασφαλές λιμάνι των Συρακουσών, όταν ένα μεγάλο κύμα ανέτρεψε το καταδικασμένο πλοίο και το έριξε σε ύφαλο, στέλνοντας έτσι περισσότερους από 150 τόνους φορτίου στο βυθό. Τα κομμάτια αυτά παρέμεναν στον βυθό για 14 αιώνες έως ότου ένας ψαράς εντόπισε ορισμένα από αυτά το 1959.

    Του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου 

Καλύπτοντας μια περιοχή λίγο μικρότερη από ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και ευρισκόμενο σε απόσταση ενός μιλίου από το σικελικό ψαροχώρι Μαρτσαμένι, το ναυάγιο ερευνήθηκε για πρώτη φορά κατά την δεκαετία του 1960 από τον Γκέραρντ Καπίταν, πρωτοπόρο καθηγητή ενάλιας αρχαιολογίας.   
Ο εν λόγω επιστήμων πίστευε ότι το ναυάγιο του Μαρτσαμένι έπαιξε σημαντικό ρόλο σε μια μεγάλης κλίμακας εκστρατεία ανοικοδόμησης κτιρίων, η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν διαταγής του Ιουστινιανού Α΄. Αυτός ο μεγάλος Βυζαντινός Αυτοκράτορας αποκαλείται από πολλούς ιστορικούς ως ο "Τελευταίος Ρωμαίος", καθώς το όνομά του είναι συνώνυμο με την εκ νέου ακμή της ορθόδοξης χριστιανικής πλέον Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην περίοδο της Ύστερης Αρχαιότητας.  
Βασισμένος σε πολλές σχεδιαστικές λεπτομέρειες των εκκλησιαστικών διακοσμήσεων, ο Καπίταν κατέληξε στο συμπέρασμα πως το πλοίο όχι μόνο βυθίστηκε κατά την περίοδο βασιλείας του Ιουστινιανού, αλλά ότι πιθανότατα είχε παραλάβει το φορτίο του κοντά στη Κωνσταντινούπολη, προτού κατευθυνθεί προς δυσμάς. 
Ο Γερμανός αρχαιολόγος πίστευε ότι το φορτίο του πλοίου "φανερώνει την ύπαρξη ενός μεγάλου οργανισμού που σίγουρα διευθυνόταν από μια κεντρική διοίκηση". Αυτή η κεντρική εξουσία είχε αναλάβει την διακόσμηση ενός νέου ιερού ναού, ο οποίος θα κατασκευαζόταν από το βυζαντινό κράτος.  
Τώρα, ο Τζάστιν Λέιντβανγκερ, αρχαιολόγος του αμερικανικού Πανεπιστημίου Στάνφορντ, και ο τοπικός υπεύθυνος για την πολιτιστική κληρονομιά της νήσου Σικελίας, Σεμπαστιάνο Τούσα, επέστρεψαν στο ναυάγιο του Μαρτσαμένι, ως επικεφαλής μιας ομάδας αρχαιολόγων που διεξάγει μεθοδικές υποθαλάσσιες ανασκαφές.    
Ένα από τα ερωτήματα στα οποία οι αρχαιολόγοι θέλουν να δώσουν απάντηση, είναι πώς το φορτίο με τα μάρμαρα βρέθηκε στο βυζαντινό πλοίο και ποιος ήταν υπεύθυνος για την μεταφορά αυτού του πανάκριβου φορτίου.  
Από την δεκαετία του '60 μέχρι τώρα, αρχαιολόγοι και ιστορικοί υποθέτουν ότι ο Ιουστινιανός και ο προσωπικός του αυτοκρατορικός κύκλος φόρτωνε σε πλοία διακοσμητικό εξοπλισμό εκκλησιών, ο οποίος προοριζόταν για πολλές γωνιές της Μεσογείου. Ωστόσο, τα αρχικά αποτελέσματα της αρχαιολογικής ομάδας στη Σικελία δείχνουν μια πιο περίπλοκη πραγματικότητα: έναν κόσμο όπου ο Ιουστινιανός μπορεί να ήταν αυτοκράτορας, αλλά το εμπόριο ανθούσε χάρη στις αποφάσεις ορισμένων ανθρώπων που παραμένουν άγνωστοι για την Ιστορία. 
Σε αντίθεση με τον Καπίταν που εστίασε στα μαρμάρινα μνημεία, ο Λέιντβανγκερ και η ομάδα του εξερευνούν τον βυθό για μικρά αντικείμενα που κρύβονται κάτω από βράχους: κεραμικά, απομεινάρια γυαλιού και χρώματος, μεταλλικά καρφιά, ακόμα και θραύσματα από το πλοίο. Η έρευνά τους δίνει μια πολύ πιο ολοκληρωμένη εικόνα άλλων πραγμάτων που βυθίστηκαν μαζί με το πλοίο. 
Εξάλλου, η ομάδα του πανεπιστημίου Στάνφορντ συνεργάζεται, με ειδικούς του πανεπιστημίου της Νάπολης, στη δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων των αρχιτεκτονικών στοιχείων που εντοπίστηκαν στο ναυάγιο. 
Τα μέχρι τώρα ευρήματα δείχνουν ότι το βυζαντινό πλοίο που βυθίστηκε ανοιχτά του σικελικού χωριού Μαρτσαμένι μπορεί να είχε εμπλακεί σε εμπόριο μαρμάρου στη Μεσόγειο, για πελάτες που δεν ανήκαν στον στενό κύκλο του αυτοκράτορα. Οι έρευνες συνεχίζονται και η μελέτη των πιο ταπεινών αντικειμένων του ναυαγίου υπόσχεται να ρίξει φως στην ιστορία του βυθισμένου πλοίου.   


Πηγή :Archaeology https://www.archaeology.org/