Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλομαθεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλομαθεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Οψιδιανός από τη Μήλο αποκαλύπτει 5.000 χρόνια αιγαιακών δικτύων στο Çaltılar Höyük της Τουρκίας



Αρχαιολόγοι στην νοτιοδυτική Τουρκία εντόπισαν εργαλεία από οψιδιανό της Μήλου, αποδεικνύοντας ότι πριν από 5.000 χρόνια το Çaltılar Höyük συμμετείχε σε εκτεταμένα δίκτυα ανταλλαγών. Τα ευρήματα φωτίζουν τις επαφές ανάμεσα στο Αιγαίο, την παράκτια νοτιοδυτική Ανατολία και την ενδοχώρα.

Το Çaltılar Höyük  είναι προϊστορικός οικισμός μοιάζει με  «τούμπα» (höyük») και όχι μια μεγάλη γνωστή κλασική αρχαία πόλη. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική Τουρκία, στην περιοχή της Λυκίας στην επαρχία Μούγλων, της σημερινή; περιοχή; Σεϊντικεμέρ/Φετιγιέ, δίπλα στο χωριό Çaltılar. Στους πρόποδες των ορέων του Ταύρου, σε υψόμετρο 1.287 μέτρων και περίπου 100 χιλιόμετρα μακριά από τη σημερινή ακτή.  Βρίσκεται κοντά στις πηγές και τη λεκάνη απορροής του αρχαίου ποταμού Ξάνθου (σημερινό Eşen Çayı), συνδέοντας τα ενδοχωρικά οροπέδια με τις ακτές του Αιγαίου και της Μεσογείου. 

Η κατοίκηση στον χώρο  εκτιμάται ότι αρχίζει περίπου 5.300 χρόνια πριν (γύρω στο 3300 π.Χ., κατά την Ύστερη Χαλκολιθική περίοδο) και συνεχίζεται κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκούη. Υενθυμίζεται ότι τον 70-60 αι. π.Χ. η  Λυκία αρχίζει να δέχεται ισχυρή ελληνική πολιτισμική επιρροή.4ος αιώνας π.Χ. και μετά: Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ολόκληρη η Λυκία εξελληνίστηκε πλήρως. Οι Λύκιοι υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα, το ελληνικό αλφάβητο και έχτισαν πόλεις με ελληνικά θέατρα, αγορές και ναούς




Αιγαιακές συνδέσεις 5.000 ετών στο Çaltılar Höyük

Στο Çaltılar Höyük, έναν ορεινό οικισμό στην περιοχή Seydikemer της Μούγλας, οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν λίθινα εργαλεία κατασκευασμένα από οψιδιανό που προέρχεται από τη Μήλο. Η χημική ανάλυση του υλικού επιβεβαίωσε την προέλευσή του από το κυκλαδικό νησί, αποδεικνύοντας ότι ο οικισμός συμμετείχε σε δίκτυα μακρινών ανταλλαγών ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.




Οψιδιανός από Μήλο και Κεντρική Ανατολία: Ένα κομβικό σημείο
 ανταλλαγών

Εκτός από τον μηλιακό οψιδιανό, οι ανασκαφές έφεραν στο φως εργαλεία από οψιδιανό της Κεντρικής Ανατολίας. Η παρουσία υλικού από δύο διαφορετικές περιοχές υποδηλώνει ότι ο οικισμός βρισκόταν σε κομβική θέση ανάμεσα σε παράκτιες και ενδοχώριες διαδρομές.


Σημαντικό εύρημα αποτελεί επίσης ένα κυκλαδικό «τηγανόσχημο» σκεύος της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, καθώς και ένα βαρίδι σε σχήμα καρουλιού, που μαρτυρά δραστηριότητες μέτρησης και ανταλλαγής αγαθών.


Οι ερευνητές θεωρούν ότι η κοιλάδα του ποταμού Eşen παρείχε πρόσβαση προς την ακτή, ενώ χερσαίες διαδρομές συνέδεαν τον οικισμό με την ενδοχώρα. Τα αγαθά πιθανότατα έφταναν στο Çaltılar Höyük μέσω πολλαπλών ενδιάμεσων σταθμών.


Μοναδική κατασκευή από ταφικά αγγεία

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα είναι μια ασυνήθιστη κατασκευή που αποκαλύφθηκε το 2024 και συνεχίζει να ανασκάπτεται. Το κτίσμα έχει κατασκευαστεί από θραύσματα παλαιότερων ταφικών αγγείων — μια πρακτική που δεν έχει εντοπιστεί αλλού στην Ανατολία.


Η χρονολόγηση και η λειτουργία του παραμένουν άγνωστες, αλλά η επαναχρησιμοποίηση ταφικών αγγείων ίσως προσφέρει νέα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο οι μεταγενέστεροι κάτοικοι αντιλαμβάνονταν τις παλαιότερες ταφικές παραδόσεις.


Η μοναδική ενεργή ανασκαφή τύμβου στη Μούγλα

Οι συστηματικές ανασκαφές στο Çaltılar Höyük άρχισαν το 2021 και αποτελούν σήμερα τη μοναδική ενεργή ανασκαφή τύμβου στην επαρχία Μούγλας. Το έργο διευθύνεται από την καθηγήτρια Ayşegül Aykurt του Πανεπιστημίου Hacettepe και πραγματοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος «Legacy to the Future» του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.


Τα ευρήματα τοποθετούν τον οικισμό μέσα σε ένα εκτεταμένο δίκτυο ανταλλαγών που συνέδεε τις Κυκλάδες, τη νοτιοδυτική Ανατολία και την ενδοχώρα κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Πηγη: anatolianarcheology.net

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Ζεύγμα: Η Έπαυλη των Μουσών αποκαλύπτει τα μυστικά της ελληνιστικής τέχνης

 



Σημαντικό έργο προστασίας ολοκληρώθηκε στην αρχαία πόλη Ζεύγμα της νοτιοανατολικής Τουρκίας, με την κατασκευή στεγάστρου πάνω από την περίφημη Έπαυλη των Μουσών. Το νέο στέγαστρο σχεδιάστηκε για να προστατεύσει τα μοναδικά ρωμαϊκά ψηφιδωτά από τις καιρικές συνθήκες, ενώ παράλληλα διευκολύνει την πρόσβαση των επισκεπτών στον αρχαιολογικό χώρο.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα στη Ζεύγμα εντοπίστηκαν κυρίως στις ανασκαφές της περιοχής από το 2012 έως το 2019. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ανακαλύφθηκαν και παραδόθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Γκαζιαντέπ συνολικά 938 ευρήματα. Η Έπαυλη των Μουσών, μία από τις καλύτερα διατηρημένες ρωμαϊκές κατοικίες της Ζεύγμας, ξεχωρίζει για τα μωσαϊκά της που απεικονίζουν τις εννέα Μούσες — σύμβολα της τέχνης, της ιστορίας, της μουσικής, της αστρονομίας και της φιλοσοφίας.

Ο καθηγητής Κουταλμίς Γκιορκάι, επικεφαλής των ανασκαφών και μέλος του Τμήματος Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Άγκυρας, τόνισε τη σημασία της Ζεύγμας ως σημείου συνάντησης Ανατολής και Δύσης. Μέσα από την αρχαιολογία, όπως ανέφερε, επιχειρείται η κατανόηση των πραγματικών ιστοριών των πολιτισμών που πέρασαν από την περιοχή.

Η  Έπαυλη των Μουσών θα είναι πλέον προστατευμένη και πιο προσβάσιμη στους επισκέπτες, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της μακροχρόνιας στήριξης σε αρχαιολογικά έργα που αποκαλύπτουν τη συλλογική πολιτιστική μνήμη. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ανατολία συνεχίζει να προσφέρει πολύτιμες γνώσεις για την ανθρώπινη ιστορία, από τους Χετταίους έως τους Ρωμαίους και τους Οθωμανούς


Ιστορική ταυτότητα της Ζεύγματος

Η Ζεύγμα (αρχαία ελληνικά: Ζεῦγμα) ήταν πόλη της ελληνιστικής περιόδου, χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ευφράτη, στη σημερινή νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στην πόλη Γκαζιαντέπ. Ιδρύθηκε περίπου το 300 π.Χ. από τον Σέλευκο Α΄ Νικάτορα, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών.

Το όνομα "Ζεύγμα" προέρχεται από την ελληνική λέξη για "γέφυρα", καθώς η πόλη βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο όπου υπήρχε ποντόνια που ένωνε τις δύο πλευρές του Ευφράτη. Η θέση της την καθιστούσε σημαντικό εμπορικό και στρατιωτικό κόμβο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όταν φιλοξενούσε τη 5η Σκυθική λεγεώνα.

Η Ζεύγμα βυθίστηκε εν μέρει το 2000 λόγω της κατασκευής φράγματος στον Ευφράτη, με αποτέλεσμα να χαθεί περίπου 80% του αρχαιολογικού χώρου. Ωστόσο, οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν πριν και μετά τη βύθιση αποκάλυψαν μοναδικά ευρήματα

Η Έπαυλη των Μουσών

Η Έπαυλη των Μουσών είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές ρωμαϊκές κατοικίες που έχουν ανακαλυφθεί στη Ζεύγμα. Χρονολογείται από τον 1ο έως τον 2ο αιώνα μ.Χ. και ξεχωρίζει για τα ψηφιδωτά δάπεδα που απεικονίζουν τις εννέα Μούσες της ελληνικής μυθολογίας — προστάτιδες των τεχνών και της επιστήμης.

Τα μωσαϊκά της Έπαυλης είναι εξαιρετικής τέχνης και διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Απεικονίζουν σκηνές από την ελληνική μυθολογία, όπως τον Ωκεανό και την Τηθύ, και αποτελούν τεκμήρια της πολιτιστικής σύνθεσης ελληνιστικών και ρωμαϊκών στοιχείων στην περιοχή.

ΠΗΓΕΣ:https://www.hurriyetdailynews.com/

/amarysianotia.gr

www.olympia.gr


Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Η ελληνική πόλη Αμάντια στην Αλβανία με το καλοδιατηρημένο στάδιο 4.000 θέσεων!

Στους εντυπωσιακότερους αρχαιολογικούς χώρους των δυτικών Βαλκανίων συγκαταλέγεται η Αμάντια, μια ελληνιστική πόλη της αρχαίας Ηπείρου που βρίσκεται εντός της σημερινής Αλβανίας. Η αρχαία Αμάντια κατείχε σημαντική αμυντική θέση, ευρισκόμενη πάνω από την κοιλάδα του ποταμού Αώου προς τα ανατολικά, καθώς και επί της οδού προς τα παράλια και τον Κόλπο του Αυλώνα. 

Του Ανδρέα Π. Αναγνωστόπουλου

Αρχαιολογικός χώρος

Η αρχαία Αμάντια περιλαμβάνει έναν αρχαίο ελληνικό ναό της Αφροδίτης, το θέατρο και το στάδιο. Στον αρχαιολογικό χώρο υπάρχουν επίσης μια ακρόπολη περιτριγυρισμένη από τείχη, φτιαγμένα από πολυγωνικές πέτρες, μια πρωτοχριστιανική βασιλική καθώς και μνημειώδεις τάφοι σε διάφορα στυλ. Αυτοί οι τάφοι δυστυχώς συχνά υπόκεινται σε κλοπή και βανδαλισμούς, καθιστώντας επιτακτική την προστασία αυτού του εξαιρετικής ομορφιάς αρχαιολογικού πάρκου. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα σωζόμενα αρχαία ερείπια βρίσκονται στο χωριό Πλότσε, σε απόσταση 34 χιλιομέτρων βόρεια και ανατολικά της παραθαλάσσιας πόλης του Αυλώνα (Βλόρε στα αλβανικά).


Ναός της Αφροδίτης

Ο δωρικού ρυθμού ναός της θεάς Αφροδίτης κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και σε αυτόν οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ορισμένες αρχαιοελληνικές επιγραφές. Αν και δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την ιστορία της Αμάντιας μετά την ελληνιστική και την ρωμαική περίοδο, εκτιμάται ότι κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα, το αρχαίο ιερό της Αφροδίτης αντικαταστάθηκε από μια χριστιανική βασιλική. 
Παράλληλα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα στην Αμάντια είναι η στήλη του τοπικού θεού της γονιμότητας. Το εν λόγω εύρημα εκτίθεται στο αρχαιολογικό τμήμα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Αλβανίας, ενώ άλλα αρχαία αντικείμενα από την περιοχή βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Τιράνων. 


Στάδιο

Το καλύτερα διατηρημένο κτίσμα της αρχαίας Αμάντιας είναι το στάδιο, μήκους 60 μέτρων και πλάτους 12,5 μέτρων. Το εν λόγω στάδιο έχει 17 σειρές θέσεων στη μια πλευρά και 8 στην άλλη, έχοντας συνολική χωρητικότητα 4.000 θεατών.
Το στάδιο βρίσκεται περίπου 100 μέτρα κάτω από τον κυρίως αρχαιολογικό χώρο, στα νότια και ανατολικά του κέντρου της αρχαίας πόλης. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι το στάδιο χρησιμοποιείτο για αθλητικούς αγώνες, όπως αγώνες δρόμου, πυγμαχία, ακοντισμό και δισκοβολία.
Η κατασκευή του σταδίου έλαβε χώρα τον 3ο αιώνα π.Χ. και σύμφωνα με αρχαιολόγους και ιστορικούς, το κτίσμα παρέμεινε σε χρήση μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. (ύστερη ρωμαική περίοδος).



Ιστορία

Ο αρχαίος Έλληνας περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι η Αμάντια ιδρύθηκε από Λοκρούς προερχόμενους από το γειτονικό Θρόνιο και Άβαντες προερχόμενους από την Εύβοια. Ο ιστορικός Στέφανος ο Βυζάντιος, παρομοίως, αποδίδει την ίδρυση σε, προερχόμενους από την Εύβοια, Άβαντες οι οποίοι "επέστρεφαν από τον Τρωικό Πόλεμο".
Εξάλλου, ο Ησύχιος αναφέρει πως επρόκειτο για ηπειρώτικο οικισμό. Ένας ιδρυτικός της μύθος φέρει τον Ελπήνωρα, ο οποίος απεβίωσε στη Τροία, να λειτουργεί ως νόστος και να ηγείται των αποίκων. Οι πολιτικοί τους ηγέτες έφεραν τίτλους όπως πρύτανις και γραμματεύς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πόλη ήταν περιτειχισμένη με τείχος μήκους περίπου 2.100 μέτρων. Ένα μεγάλο οχυρό ανεγέρθηκε, με δύο πύλες και δύο αμυντικούς πύργους, στα βόρεια του οικισμού.
Η ονομασία Αμάντια αναφέρεται για πρώτη φορά στην διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. Η πόλη ευρίσκεται επάνω στην πλαγιά ενός υψηλού λόφου, ενώ μόνον η ακρόπολη του οικισμού του ήταν οχυρωμένη. Τον 3ο αιώνα π.Χ., η πόλη απέκτησε οικονομική ισχύ, ενώ ξεκίνησε να κόβει δικά της νομίσματα.
Οι κάτοικοι της πόλης ήταν γνωστοί υπό την ονομασία Αμαντιείς.
Η πόλη κατέστη μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Νέας Ηπείρου και στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο αποτελούσε έδρα επισκόπου.
Μη αποτελώντας, πλέον επισκοπική έδρα, η Αμάντια είναι καταχωρημένη, σήμερα, από την Καθολική Εκκλησία ως τιμητική επισκοπή.



Πηγές

Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 5.22.3-5.22.4.

Hansen, Mogens Herman; Nielsen, Thomas Heine (2004). An Inventory of Archaic and Classical Poleis. Oxford University Press

Casson, S. Macedonia, Thrace and Illyria: their relations to Greece from the earliest times down to the time of Philip, son of Amyntas. Greenwood Press


Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Ποιά η ιστορία του περίφημου Νεκρομαντείου του Αχέροντα;



Μαζί με τους Δελφούς και την Δωδώνη, το Νεκρομαντείο του ποταμού Αχέροντα ήταν ένα από τα σπουδαιότερα μαντεία της αρχαίας Ελλάδας.Η πρώτη λειτουργία και κατασκευή του Νεκρομαντείου ανάγεται στους Μυκηναϊκούς χρόνους (1200 π.Χ.), όμως πολλά από τα σημερινά ερείπια φαίνεται να είναι Ελληνιστικής Εποχής (323 π.Χ. και μετά). 
Το Νεκρομαντείο βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος του Νομού Πρεβέζης, στην Ήπειρο, στο σημείο όπου κατά τον Όμηρο "έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών".  

O Xάρων μεταφέρει τις Ψυχές στα ύδατα της Στυγός, Κωνσταντίν Μακόφσκι, 1861


Του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου 

Το Νεκρομαντείο είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά, για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων. Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη. 
Μετά από την αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας, κατά την δεκαετία του 1950, η όλη γεωγραφία της περιοχής έχει αλλάξει και το μόνο που παραμένει είναι η ήρεμη συμβολή Αχέροντα και Βωβού ποταμού στην πεδιάδα, λίγα μέτρα κοντά στο λόφο του Νεκρομαντείου. 
Τα πιο γνωστά Μαντεία της Αρχαιότητας ήταν της Δωδώνης, των Δελφών και του Αχέροντα. Στα δύο πρώτα οι επισκέπτες αιτούνταν από τους ιερείς ή τις ιέρειες χρησμό, δηλαδή πρόβλεψη. Και επειδή η πρόβλεψη είναι πάντα παρακινδυνευμένη, εδίδετο πάντα αλληγορικά, ώστε να εξηγηθεί κατά το δοκούν. 
Αντίθετα, στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα δεν έχουμε αίτημα χρησμού αλλά μυσταγωγία επαφής με είδωλα και ήχους νεκρών συγγενικών και φιλικών προσώπων. Καταλυτικός για τα Μαντεία ήταν ο ρόλος των ιερέων, οι οποίοι επεδίωκαν συζητήσεις με τους επισκέπτες για να γνωρίσουν τις προθέσεις τους, αλλά και για να δώσουν τις ανάλογες απαντήσεις, καθώς και η ιεροτελεστία που ακολουθούνταν. 
Η πρόσβαση
Το Νεκρομαντείο ήταν πιο εύκολα προσιτό από το μέρος της θάλασσας. Ο αρχαίος προσκυνητής που ερχόταν από τη νότια Ελλάδα, όταν περνούσε τα ακρωτήριο του Λευκάτα στη νότια άκρη της Λευκάδας, είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν στη χώρα των νεκρών. Όταν έφτανε στις εκβολές του Αχέροντα ,στη χώρα των Χειμερίων, ανέπλεε, όπως και σήμερα, με ένα πλοιάριο τον ποταμό, που τον περιστοίχιζαν καλαμιώνες, ιτιές και λεύκες, το λεγόμενο Άλσος της Περσεφόνης.
Ύστερα αποβιβαζόταν στη βόρεια όχθη της Αχερουσίας λίμνης. Από μακριά ατένιζε με δέος τον τεφρό βράχο, στην κορυφή του οποίου υψωνόταν επιβλητικό, σκυθρωπό και περίκλειστο σαν φρούριο, το ιερό του Άδη. Τέλος, ανέβαινε τον αιχμηρό λόφο του Αγίου Ιωάννη και από τη βορειοανατολική πύλη έμπαινε στην αυλή του ιερού, αναμένοντας την πολυήμερη δοκιμασία.
Ο Χρησμός

Οι ιερείς υπέβαλαν τους επισκέπτες σε ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες είτε με τη δαιδαλώδη, επιβλητική κατασκευή του μαντείου και τις σκοτεινές γεμάτες υγρασία αίθουσες είτε με δίαιτα και με τη βοήθεια κυάμων και άλλων βοτάνων που μασούσαν, ώστε να θολώνουν το μυαλό τους και να εξάπτουν τη φαντασία τους. 
Στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα, για να έχει ο επισκέπτης επαφή με τις ψυχές των νεκρών, έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τις βγάλει από τη λήθη, πίνοντας αίμα.
Πέραν αυτού έπρεπε να υποβληθεί σε πολυήμερη δοκιμασία ψυχικού και σωματικού καθαρμού. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου, σύμφωνα με την οποία η μητέρα του Οδυσσέα αναγνώρισε τον πολυμήχανο ήρωα μόνο όταν ο τελευταίος ήπιε από το αίμα της προσφοράς. 
Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες σαν σκιές. Τα "είδωλα" των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς , με γρανάζια και καστανιέτες από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητα. Η οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και σε θάνατο.
Τα αρχαιότερα ευρήματα του Νεκρομαντείου ανάγονται στη μυκηναϊκή εποχή (14ος -13ος αιώνας π.Χ.) κατά την οποία χρονολογούνται και τρεις παιδικοί τάφοι, οι οποίοι ωστόσο απέφεραν ελάχιστα ευρήματα. 
Όστρακα αγγείων και πήλινα είδωλα που βρέθηκαν δυτικά του λόφου του Νεκρομαντείου ανάγονται στα μέσα του 7ου αώνα.π.Χ., ενώ τα σωζόμενα λείψανα του Νεκρομαντείου τοποθετούνται στην ελληνιστική περίοδο. Το κύριο τμήμα του ιερού χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους (τέλη 4ου –αρχές 3ου αιώνα π.Χ.). 
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 167 π.Χ., το Νεκρομαντείο του ποταμού Αχέροντα πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους και έπαυσε η λειτουργία του, για να κατοικηθεί ξανά τον 1ο αιώνα π.Χ. Τον 18ο αιώνα, στον χώρο αυτόν οικοδομήθηκε η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα με το αντίστοιχο νεκροταφείο.
Στον αρχαιολογικό χώρο του περίφημου Νεκρομαντείου βρέθηκαν επίσης εκατοντάδες αγγεία που περιείχαν προσφορές, λυχνάρια και μικρότερα αγγεία διακοσμημένα με το ρυθμό «δυτικής κλιτύος». Στις αποθήκες βρέθηκαν μυλόπετρες, θαλασσινά όστρεα, γεωργικά και οικοδομικά εργαλεία, καθώς και ειδώλια της Περσεφόνης και του Κέρβερου. 
Η Αρχαιολογική Εταιρία διενήργησε ανασκαφές στο χώρο του Νεκρομαντείου τα έτη 1958-1964 και 1976-1977 υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Σωτήριο Δάκαρη, ύστερα από παρότρυνση του δασκάλου Σπύρου Γ. Μουσελίμη. Όλα τα κινητά αρχαιολογικά ευρήματα του Νεκρομαντείου εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.
 Από αρχιτεκτονικής άποψης το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο ή μαυσωλείο της Ανατολής του 5ου αιώνα π.Χ.. Αποτελείται από πολυγωνική τοιχοδομία, σιδερόφρακτες πύλες, εσωτερική διαίρεση με διαδρόμους, κατασκευή που εξυπηρετεί την λατρεία και τις αρχαίες τελετουργίες. 
Το κυρίως ιερό χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα και δύο μικρές πλαϊνές. Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία άλλη υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο, η οροφή της οποίας στηρίζεται σε δεκαπέντε πώρινα (=από πωρόλιθο) τόξα, αποκαλούμενη Ιερά Κρύπτη. 
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η ακουστική του χώρου της υπόγειας αίθουσας. Για την ακουστική του Νεκρομαντείου εκπονήθηκε μελέτη από τους επιστημονικούς συνεργάτες του Εργαστηρίου Ακουστικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτη Καραμπατζάκη και Βασίλη Ζαφρανά, η οποία διήρκεσε 12 χρόνια και παρουσιάστηκε σε συνέδριο στην Ιταλία. 
Σύμφωνα με αυτήν,στην υπόγεια αίθουσα βασιλεύει απόλυτη ησυχία και ταυτόχρονα ο χρόνος αντήχησης του χώρου είναι εξαιρετικά χαμηλός. Οι κ.κ. Καραμπατζάκης και Ζοφρανάς χρειάστηκαν αλλεπάλληλες μετρήσεις, αλλά και διαφορετικά και εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, για να επιβεβαιώσουν αυτό το φαινόμενο.
Η παρατήρηση των τόξων, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές του χρόνου αντήχησης και του θορύβου βάθους, οδήγησαν τους δύο ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο χώρος ήταν συνειδητά κατασκευασμένος, ώστε να δημιουργεί στον επισκέπτη του έντονα ψυχοακουστικά φαινόμενα. 
Τελειώνοντας την αναφορά μας στο σπουδαίο Νεκρομαντείο, αξίζει να σημειώσουμε τους θνητούς που, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, είχαν μεταβεί στον Άδη:  


·         Ο Οδυσσέας για να πάρει χρησμό από την ψυχή του μάντη Τειρεσία για τον γυρισμό του στην Ιθάκη
·         Ο Ορφέας για να ζητήσει πίσω την αγαπημένη του, Ευρυδίκη, με "όπλο" τη λύρα του
·         Οι απεσταλμένοι του Περιάνδρου προκειμένου να μάθουν για έναν κρυμμένο θησαυρό από τη γυναίκα του Μέλισσα
·         Ο Ηρακλής, κατά τον 12ο άθλό του, που αφορούσε τον Κέρβερο
·          Ο Θησέας με το φίλο του Πειρίθου, για να αρπάξουν την Περσεφόνη, θέλοντας να παντρευτούν κόρες θεών




Πηγές 

Σωτήριος Δάκαρης: "Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα", Αρχεία Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1965 


Υπουργείο Πολιτισμού, http://odysseus.culture.gr/

Ντοκιμαντέρ "ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ", στην τηλεοπτική εκπομπή ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΡΩΜΕΝΑ, 2013. Βλέπε YouTube 




Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

Μέγαρο Βάιλερ, το πρώτο νοσοκομείο της πρωτεύουσας

Αφανής συγκάτοικος του εντυπωσιακού και λαμπερού νέου Μουσείου της Ακρόπολης είναι το Μέγαρο Βάιλερ, που βρίσκεται στη συνοικία Μακρυγιάννη και έχει σημαντική ιστορία. Το μέγαρο είναι είναι ένα από τα παλιότερα κτίρια της Αθήνας και αποτέλεσε το πρώτο νοσοκομείο της πρωτεύουσας! 

Το κτίριο σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε την περίοδο 1834-36 από τον Βίλχεμ φον Βάιλερ (Wilhelm von Weiler), στρατιωτικό μηχανικό από τη Βαυαρία που ήρθε στην Ελλάδα το 1833 μαζί με τον Βαυαρό πρώτο βασιλιά της χώρας μας, Όθωνα.  
Με την ολοκλήρωση των εργασιών οικοδόμησης, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό νοσοκομείο μέχρι το 1918. Υπέστη μεγάλες υλικές ζημιές εξαιτίας πυρκαγιάς το 1849, ενώ ανακαινίστηκε το 1899. 

Του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου 

Ο ρυθμός του μεγάρου στη συνοικία Μακρυγιάννη δεν είναι νεοκλασικός αλλά έχει επηρεαστεί από τον γερμανικό νεορομαντισμό. 
Σημειώνεται πως ο φον Βάιλερ είναι επίσης γνωστός από τα τοπογραφικά του σχέδια για την Αθήνα, αλλά και από το λοιμοκαθαρτήριο που ανήγειρε στη περιοχή Λαζαρέττα της Σύρου, κτίριο που θεωρείται το αριστούργημά του. 



 Το λοιμοκαθαρτήριο της Σύρου
Γύρω στο 1920, το Μέγαρο Βάιλερ παραχωρήθηκε στο Ταμείο Εθνικής Άμυνας και στέγασε, κατά την δεκαετία του 1930, δύναμη της Χωροφυλακής. Από το 1938, στο κτίριο έδρευε το Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη και κατά την περίοδο αυτή έγινε επίκεντρο του εμφύλιου σπαραγμού στα Δεκεμβριανά του 1944.  
Στη συνοικία Μακρυγιάννη διεξήχθησαν σφοδρές μάχες μεταξύ των δυνάμεων της Χωροφυλακής που βρίσκονταν εντός του στρατώνα και των στρατιωτικών δυνάμεων της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης, προκλήθηκαν στο κτίριο μεγάλες υλικές ζημιές, σημάδια από τις οποίες είναι ορατά μέχρι και σήμερα! 
Το κτίριο στέγασε το Σύνταγμα Χωροφυλακής μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και το 1977 παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Επισκευάστηκε κατά τα έτη 1985-1987, ενώ το 2010, κατόπιν απόφασης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, δεν προστέθηκε σοβάς κατά τις εργασίες 


Σήμερα, το ιστορικό κτίριο Βάιλερ στεγάζει το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως και εμπεριέχει εκθέματα αντιγράφων έργων γλυπτικής (τα πρωτότυπα γλυπτά βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο). Η λειτουργία του Κέντρου ξεκίνησε το 1987 και η υπηρεσία αυτή υπάγεται στη Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Α΄ ΕΠΚΑ). 

Το Κέντρο έχει σκοπό να δώσει μία πρώτη εικόνα στους επισκέπτες, οι οποίοι εν συνεχεία μπορούν να μεταβούν σε άλλα μέρη της Ακρόπολης και φυσικά στο νέο μουσείο. 



Πηγές 
athensattica.gr
greekarchitects.gr